«Να πάρουμε τις ζωές μας πίσω»: Δικαίωμα ή Καθήκον; – Του Ηλία Γιαννακόπουλου

0 272

«Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα. Πρέπει να έχεις λιακάδα, ελευθερία κι ένα μικρό λουλούδι»

(Φρανκ Ζάππα, Αμερικανός μουσικός)

Από τα χείλη των επωνύμων αλλά και πολλών υποστηρικτών του εμβολίου για τον κορονοϊό ακούγεται μονότονα η αποφθεγματική φράση «Να πάρουμε τις ζωές μας πίσω». Μια φράση που αποτυπώνει ανάγλυφα την αγωνία αλλά και την ανακούφιση όλων εκείνων που πιστεύουν πως η πανδημία προκάλεσε τέτοιες αλλαγές και δημιούργησε τέτοιες συνθήκες που η ανθρώπινη ζωή δεν θεωρείται κάτι δικό μας και δεδομένο.

Συμπληρωματικά προς την παραπάνω φράση προστίθεται και το κυβερνητικό σχέδιο «Επιχείρηση Ελευθερία». Και τα δύο μαζί συνθέτουν το σκηνικό μιας υπόρρητης επιθυμίας αλλά και απαίτησης να ζήσουμε σε καθεστώς κανονικότητας. Το «σχέδιο – επιχείρηση Ελευθερία» φανερά παραπέμπει σε μία αυτονόητη όσο και αναγκαία σύνδεση της Ζωής με την Ελευθερία. Οι συνειρμοί ενεργοποιούνται εύκολα και ο αποδέκτης και των δύο αυτών φράσεων διάκειται ευνοϊκά στην αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα του εμβολίου.

Τεχνικές πειθούς

Οι γεννήτορες και των δύο αυτών συνθηματικών φράσεων φαίνεται πως γνωρίζουν πολύ καλά την τέχνη και την τεχνική της πειθούς. Και οι δύο φράσεις στοχεύουν στο θυμικό του δέκτη και λιγότερο στη λογική. Κι αυτό γιατί η λογική χρειάζεται επιχειρήματα, ενώ το θυμικό και το συναίσθημα κάμπτονται ευκολότερα με τη χρήση συνθημάτων και ηχηρών λέξεων συναισθηματικά φορτισμένων. Εξάλλου τις περισσότερες φορές σε τέτοιες περιπτώσεις η τεχνική πειθούς «Επίκληση στο συναίσθημα» είναι η πιο αποτελεσματική. Όταν δε αυτή συνοδεύεται κι από την εικόνα ή δήλωση κάποιου επώνυμου πολιτικού ή ειδικού (λοιμωξιολόγος…), τότε η απήχησή της είναι απόλυτη, αφού η «επίκληση στην αυθεντία» ενισχύει την εγκυρότητα κάθε άποψης.

«Η ζωή σταματά να έχει νόημα από την στιγμή που χάνεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι αιώνιος».

(Σαρτρ)

 

Μία δεύτερη, όμως, σκέψη και μία πιο ψύχραιμη ανάγνωση και ανάλυση της φράσης «Να πάρουμε τις ζωές μας πίσω» εύκολα γεννά κάποια ερωτήματα του τύπου: «Ποιος μάς την πήρε τη ζωή», «Ποιος μάς την έκλεψε», «Από ποιόν θα την πάρουμε πάλι πίσω» και το κυριότερο «Ήταν η ζωή ποτέ ολότελα δική μας»; Ερωτήματα και απορίες… Είναι όμως, και ο Πληθυντικός του «να πάρουμε» καθώς και η συνοδός του, η Προτρεπτική Υποτακτική. Όλα αυτά δεν διεγείρουν μόνο τον συναισθηματικό μας κόσμο, αλλά υφαίνουν το πλαίσιο για φιλοσοφικές αναζητήσεις για το νόημα της ζωής, την ελευθερία, το θάνατο, το εφήμερο της ύπαρξής μας…

 

Σκέψεις για τη Ζωή μας

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εθισμένοι σε έναν χρόνιο σκεπτικισμό και μηδενισμό διακηρύσσουν με ειρωνεία πως η ζωή μας «ποτέ δεν ήταν ολότελα δική μας». Σε ένα από τα τελευταία μου διαβάσματα έπεσα πάνω στη θέση – εξομολόγηση:

«Είναι φορές που σκέφτομαι πως δεν είναι αληθινά δική μου η ζωή που ζω. Από πριν προγραμματισμένη και ελάχιστα προσαρμοσμένη στα μέτρα μου».

Κι αν η παραπάνω θέση εμπεριέχει στοιχεία αλήθειας ποιος την αλλοίωσε τη ζωή μας και πώς εμείς δεν το καταλάβαμε και δεν αντιδράσαμε; Είναι εύκολο να ρίχνουμε τις ευθύνες στους άλλους, στο σύστημα, στις συνθήκες, στη μοίρα, στους πολυποίκιλους μηχανισμούς… Πώς η ζωή μας χωρίς τη δική μας συναίνεση φυλακίστηκε στα «πρέπει» και στα «έτσι»; Από παντού η προσαρμογή και ο συμβιβασμός στην πραγματικότητα προβάλλονταν ως κοινωνικές αξίες και ατομικές αρετές. Έτσι σιγά – σιγά χτίστηκε μέσα μας η δουλοφροσύνη και η επιθυμία μας να βρίσκουμε το νόημα της ζωής στην αγέλη. Η ασφάλειά μας ταυτίστηκε με την δύναμη της αγέλης. Να είναι άραγε αυτό το συναίσθημα που καθιέρωσε την «ανοσία της αγέλης» ως αναγκαία προϋπόθεση για τη ζωή μας;

 

Τελικά η ζωή είναι δική μας; Πώς μπορούμε να την διεκδικήσουμε; Με ποια εργαλεία; Είμαστε αυτεξούσιοι ή θύματα κάποιων αναγκαιοτήτων; Μήπως τελικά είμαστε «πρόσωπα χωρίς προσωπικότητα και άτομα δίχως ατομικότητα»; Ο Όσκαρ Ουάϊλντ το είχε επισημάνει από παλιά:

«Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. 

Οι σκέψεις του είναι οι απόψεις κάποιου άλλου, η ζωή του μια μίμηση, τα πάθη τους ένα ρητό».

 

Επιμύθιο

Εκεί, όμως, που προσπαθείς να βάλεις σε μία τάξη τις φιλοσοφικές σου απορίες και τη συνακόλουθη μελαγχολία κάπου θα διαβάσεις πάλι ή θα ακούσεις την προτροπή «Να πάρουμε τη ζωή μας πίσω». Ξαφνικά μέσα σου νιώθεις να αφυπνίζεται η συντροφικότητα και το συλλογικό αίσθημα… «Να πάρουμε…». Κι αυτό γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας ή γιατί ο στόχος (να νικήσουμε τον κορονοϊό) είναι συλλογικός και απαιτεί τη συστράτευση όλων…

Καλή η ατομική ευθύνη, αλλά η τελική νίκη και το δικαίωμα στη ζωή με ελευθερία προαπαιτεί τον κοινό αγώνα. Αποδεκτές οι μικρές ατομικές προσπάθειες και εξεγέρσεις, όπου είναι αναγκαίες, αλλά οι μεγάλοι στόχοι επιβάλλουν το συλλογικό αγώνα και την κοινωνική συνειδητοποίηση. Ιδιαίτερα, όταν ο εχθρός είναι αόρατος και άκρως επιθετικός.

«Να πάρουμε τις ζωές μας πίσω…»

Προτροπή, προσδοκία, αναμονή και ευχή ταυτόχρονα. Κάλεσμα για συλλογική προσπάθεια αλλά και για μικρές ατομικές εξεγέρσεις, γιατί η ζωή είναι μία και μοναδική. Ένα αντίδοτο στη μελαγχολία των ημερών και σε ένα διάχυτο αίσθημα ματαιότητας που τείνει να κυριαρχήσει. Χρειάζονται όλοι αλλά και ο καθένας χωριστά, γιατί το υποκείμενο μπορεί να πετύχει πολλά και να μην εφησυχάζει με τις προσπάθειες των άλλων. Ο Μαξ Χορκχάϊμερ το είπε καθαρά:

«Είναι αλήθεια πως ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει την πορεία του κόσμου. Αν δεν νιώθει, όμως, σε όλη του τη ζωή την άγρια απελπισία που εξεγείρεται εναντίον αυτής της αλήθειας, δεν θα μπορέσει να κάνει ποτέ εκείνο το απειροελάχιστο, ασήμαντο, μάταιο, ατελέσφορο καλό που είναι σε θέση να κάνει».

 

ΙΔΕΟπολις

https://iliasgiannakopoulos.blogspot.com

ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.