Τα Παραδοσιακά πανηγύρια και η σημασία τους – Γράφει ο Θανάσης Σιούτας

0 365

Τα πανηγύρια ανά την επικράτεια είναι ένας θεσμός με μεγάλη ιστορία και σε όλη τη διαχρονική τους πορεία, συνδύαζαν πάντα πολλά πράγματα. Συνδύαζαν το θρησκευτικό στοιχείο – την Ιεράν πανήγυριν της Θεομήτορος, αναφωνεί ο υμνωδός στην ακολουθία του Ακάθιστου ύμνου – με τα στοιχεία της διασκέδασης, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομίας, με την έννοια της εμποροπανήγυρης· ενότητα η οποία σήμερα είναι περιορισμένη και δεν θα αποτελέσει αντικείμενο αναφοράς σ’ αυτή την εργασία. Tα πανηγύρια είναι ένα μέσο έκφρασης του λαϊκού πολιτισμού, μια ζωντανή και σύγχρονη παράδοση που συνδέει το  παρελθόν με το παρόν και το  μέλλον· ένα μοναδικό και αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού. Περιλαμβάνουν  ένα σύνολο αναμνήσεων, οι οποίες αντανακλούν στις ιστορικές, συλλογικές εμπειρίες του ανθρώπου και θα ήταν λάθος να τα βλέπουμε απλώς σαν γιορτή ή διασκέδαση. Τα κύρια συστατικά ενός πανηγυριού, που συνδέονται με φάσεις της αγροτικής, κτηνοτροφικής ή κοινωνικής ζωής, όπως είναι ο χορός, το τραγούδι, η μουσική, τα όργανα, το γλέντι και το φαγοπότι, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τόσο ως σύνολο, όσο και μεμονωμένα.

        Οι ρίζες του πανηγυριού βρίσκονται βαθιά μέσα στο χρόνο, και ήδη από την εποχή της αρχαιότητας ήταν άμεσα συνυφασμένο με το θρησκευτικό συναίσθημα των ανθρώπων. Έπαιρνε δε σάρκα και οστά στις διάφορες λατρευτικές τελετουργίες. Το έθιμο του πανηγυριού διατηρήθηκε από την Εκκλησία μας και ενσωματώθηκε στο εορτολόγιό της. Γι’ αυτό πάνω απ’ όλα σημαίνει συμμετοχή σε θρησκευτική γιορτή, που ξεκινά αποβραδίς με την Ακολουθία του Εσπερινού και συνεχίζεται ανήμερα με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, την αρτοκλασία και την περιφορά της εικόνας του εορταζόμενου Αγίου.   

        Ετυμολογικά προέρχεται από το μεσαιωνικό πανηγύριον, υποκοριστικό του αρχ. πανήγυρις,  {<από το ουδ. της αντων. πας, πάσα, παν (όλος) + αρχ. άγυρις, η (συνάθροιση πλήθους, αγορά),με έκταση του αρχικού φωνήεντος εν συνθέσει}. Η «άγυρις» είναι αιολικός τύπος της λέξης αγορά, απ’ όπου και η λέξη αγύρτης (επαίτης, αλήτης, απατεώνας), από το αρχ. αγείρω (συναθροίζω, συλλέγω επαιτών), πβ. και ομήγυρις. 

        Από τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα, καθώς τότε αλλάζουν και οι κοινωνικοοικονομικές και δημογραφικές συνθήκες (μετανάστευση, αστυφιλία), τα πανηγύρια ακολούθησαν μια πορεία διαφορετική από την αρχική παραδοσιακή. Αυτές οι αλλαγές στη ζωή των πολιτών είχαν ως αποτέλεσμα να ερημώσει η ύπαιθρος και τα χωριά να έχουν κάποια ζωή μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι νέοι ζουν στις μεγαλουπόλεις πλέον, έχουν άλλους ρυθμούς ζωής, άλλα ακούσματα, άλλα ενδιαφέροντα, άλλους τρόπους διασκέδασης, άλλα ήθη και έθιμα, άλλη νοοτροπία. 

        Τα περισσότερα και τα πιο γνωστά πανηγύρια λαμβάνουν χώρα το καλοκαίρι (π.χ. Αγίας Παρασκευής 26 Ιουλίου) και προ παντός το Δεκαπενταύγουστο! Το “Πάσχα του Καλοκαιριού”! Τα τελευταία είναι αφιερωμένα στην Παναγία, περίοδο κατά την οποία τα αστικά κέντρα “αδειάζουν”, και όλοι συρρέουν στα χωριά για να γιορτάσουν, να χορέψουν, να γλεντήσουν, μα πάνω από όλα να ανταμωθούν! Πολλά από αυτά τα πανηγύρια, έχουν αποκτήσει μία διάσταση φολκλορική και χωρίς απαραίτητα να έχουν απομακρυνθεί από την παραδοσιακή τελετουργία. Αυτές οι “διαβρωτικές” τάσεις σε συνδυασμό και με την εμπορευματοποίηση,  μετέβαλαν την “φυσιογνωμία” των πανηγυριών και τραυμάτισαν τα αυθεντικά πανηγύρια. Τα πλαστικά τραπεζοκαθίσµατα, τα σουβλάκια και οι µπύρες αποτελούν δυστυχώς βασικά χαρακτηριστικά πολλών σημερινών πανηγυριών. “Πρωταγωνιστούν” πλαστικές καρέκλες,  νάιλον τραπεζομάντιλα, πλαστικά ποτήρια, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες  παραποιούν και αλλοιώνουν κάθε νότα και κάθε ήχο, με συνέπεια την κακοποίηση της μουσικής από τις εντάσεις των ενισχυτών και των ηχητικών  εφέ  και  φυσικά “ερμηνευτές” των οποίων οι ερμηνείες απέχουν από την παραδοσιακή μουσική. Ακούγονται τραγούδια τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορία, την παράδοση  και την αισθητική ενός παραδοσιακού πανηγυριού. 

        Σήμερα οφείλουμε να δούμε το πανηγύρι, όχι σαν μια προσπάθεια διατήρησης ενός εθίμου και μιας παράδοσης, αλλά σαν μια προσπάθεια διατήρησης μιας πολιτιστικής κληρονομιάς, που έρχεται από πολύ παλιά, από τα βάθη των αιώνων. H διατήρηση του πανηγυριού, του πανάρχαιου αυτού εθίμου που εμείς κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, είναι ένα ιστορικό και πολιτιστικό γεγονός. Τα πανηγύρια έχουν στοιχεία πολιτισμού, κουλτούρας, ιστορικής συνέχειας και ιστορικής μνήμης.

        Κάθε λοιπόν καλοκαίρι, σε κάθε πανηγύρι οι Έλληνες, είτε ζουν στις μεγαλουπόλεις είτε είναι μετανάστες στο εξωτερικό, επιστρέφουν. Επιστρέφουν στον τόπο που γεννήθηκαν. Στο μέρος που έπαιξαν, γέλασαν, διασκέδασαν, χόρεψαν, ερωτεύτηκαν. Το πανηγύρι είναι απλώς το πρόσχημα. Η ουσία είναι η εσωτερική μας ανάγκη να μην χάσουμε τις ρίζες μας. Τους δεσμούς μας από ένα παρελθόν με ηθικές αξίες και στιβαρές προδιαγραφές. 

        Θυμάμαι παραδοσιακά πανηγύρια της δεκαετίας του 1960, που ο κόσμος μετακινούνταν περισσότερο με τα ζώα ή και με τα πόδια, όχι μόνο για την ψυχική εκτόνωση και ψυχαγωγία, αλλά περισσότερο για την διατήρηση της ανθρώπινης σχέσης, την σύναψη γνωριμιών μεταξύ των νέων, για την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, όπως ευρέσεως συντρόφου, και πάνω απ’ όλα με θρησκευτική ευλάβεια, στην διατήρηση των συγγενικών τους δεσμών.  Το πανηγύρι γινόταν η αιτία, που παρακινούσε τα πρόσωπα να πραγματοποιήσουν ακόμη και μακρινές αποστάσεις (με τα ζώα ή και με τα πόδια), προκειμένου να ιδωθούν, να χορτάσουν κουβέντα, να φάνε από το πανηγυριώτικο φαγητό, να πάνε στην εκκλησία που προφανώς ο Άγιός της είχε την τιμητική του. Το απόγευμα θα έπαιρναν μέρος όλοι στον ομαδικό χορό στην πλατεία, το “χοροστάσι”, συνήθως δίπλα από την εκκλησία, κάτω από τα βαθύσκιωτα δέντρα και τη γάργαρη πέτρινη βρύση, στρώνονταν τα τραπέζια και στήνονταν ο χορός, που κι αυτός είχε τη σημειολογία του. Ο κόσμος ήξερε να χορεύει ομαδικά· μπροστά στον κύκλο οι γεροντότεροι, ακολουθούσαν οι παντρεμένοι, οι νεότεροι και τέλος τα παιδιά. Ο πρώτος χορευτής βιώνει το χορό, εκφράζεται με τις κινήσεις του σώματός του, δείχνει “να συνομιλεί με τα όργανα”, και με το δικό του τρόπο “ εξιστορεί, διηγείται”. Μετά πήγαινε  τελευταίος και στήριζε ξανά την ομάδα του χορού· ένας δημοκρατικός συμβολισμός των κυκλικών χορών, που γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Τα πρώτα τραγούδια τα έλεγαν με το στόμα, και μετά δίνανε το λόγο στους οργανοπαίκτες με τα γνωστά τοπικά παραδοσιακά όργανα, που δεν ήταν άλλα από την φλογέρα, το  κλαρίνο, το ντέφι  και το βιολί. Κάπου – κάπου εμφανίζονταν και κανένα λαγούτο και ο χορός πήγαινε “γαϊτάνι”, για τους ήρωες της υπαίθρου. Κοντολογίς, ο πανηγυριώτης, δεν θα πήγαινε στους δικούς του ανθρώπους (που πανηγύριζαν) για διάστημα λίγων ωρών, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά θα διέθετε ικανό χρόνο, για να τους χαρεί και όλοι μαζί να χαρούν το πανηγύρι. 

        Σήμερα που η “ρόδα” έλαβε τις γνωστές διαστάσεις και ενώ υπολογίζαμε στην καλύτερη και ευχερέστερη διατήρηση των συγγενικών δεσμών κατά την τέλεση αυτών των “μοντέρνων” πανηγύρεων, δυστυχώς μάλλον κάναμε λαθεμένους υπολογισμούς.  Το μόνο που πετύχαμε ήταν να προσαρμοστούμε στη σύγχρονη πολιτιστική μας κουλτούρα, η οποία παρουσιάζει μεγάλη διαφορά από την αρχική παραδοσιακή πρακτική.   Σήμερα εποχούμενοι, και με τον τρόπο που γίνονται τα πανηγύρια, φθάνουμε μέχρι το κεντρικό καφενείο του χωριού με την ολοκληρωμένη «ντουζίνα» οργανοπαικτών, παρκάρουμε κάπου, καθόμαστε με την παρέα μας σε ένα τραπέζι και αρχίζουμε να πίνουμε σχεδόν χωρίς όρια, για να δείξουμε περισσότερο την υποτιθέμενη ευμάρειά μας ή καλύτερα να ικανοποιήσουμε αυτό που λέει ο λαός μας “παντού φτωχός, στο πανηγύρι πλούσιος”. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πηγαίναμε παρέα στο πανηγύρι κάποιου χωριού και δεν ξέραμε σε πιο καφενείο να καθίσουμε, γιατί όλα τα καφενεία είχαν “ντουζίνα” από “όργανα” στη διαπασών.  Καθόσουνα τυχαία σε κάποιο από τα καφενεία που “πανηγύριζαν”, και περίμενες ως μάνα εξ ουρανού την πιθανή εμφάνιση κάποιου από τα κοντινά σου συγγενικά πρόσωπα (αν υπήρχαν) με απειροελάχιστη πιθανότητα να τα συναντήσεις. Αλλά και αν τυχαία είχες κάποια επαφή εν μέσω “πανικού” από τον υπερβολικά δυνατό ήχο των “οργάνων”, που ξεπερνάει τα όρια του χωριού που πανηγυρίζει και φτάνει στα απέναντι χωριά, πέντε κουβέντες αλλάζεις κι αυτές πολλές είναι. Το να πηγαίνεις στο σπίτι του θείου σου ή της θείας σου, ήδη το είχες κιόλας ξεχάσει, παρά τις υπενθυμίσεις της μάνας σου, “να συναντηθείτε οπωσδήποτε”. Μόνο στο πίσω μέρος του μυαλού σου είχες κατά νου ότι κάποια άλλη φορά θα βρεθούμε (εύκολο είναι τώρα με τη “ρόδα”), κάτι που στην πραγματικότητα μένει μόνο στα λόγια· στην πράξη ισοδυναμεί με ένα μεγάλο ΠΟΤΕ .

        Θετική πάντως είναι η εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών, που  στα περισσότερα και μεγαλύτερα χωριά της υπαίθρου τα πανηγύρια γίνονται από τους τοπικούς Πολιτιστικούς Συλλόγους. Μια βελτιωτική κατά την άποψή μου αλλαγή με θετικά αποτελέσματα. Αποφεύχθηκαν τουλάχιστο τα μαλώματα και οι όποιες παρεξηγήσεις γίνονταν κατά καιρούς από τους “μερακλήδες” πρωτοχορευτές του ψευδο-ευδαιμονισμού, της επίδειξης και της αλαζονείας, καθότι οι οργανοπαίκτες δεν πληρώνονται από αυτούς, αλλά από τον αρμόδιο φορέα ή καταστηματάρχη, ο οποίος  ή βάζει εισιτήριο εισόδου ή με δωρεάν είσοδο, αλλά πρόσθετη επιβάρυνση στα αλκοολούχα ποτά. Έτσι ο καθένας κάνει το κέφι του, χωρίς τις παλιότερες συνήθειες, που αναγκαζόταν αυτός που ήθελε να χορέψει να παίρνει “νούμερο” (σειρά για χορό), και να πληρώνει  χρηματικό ποσό στους οργανοπαίκτες, το οποίο πολλές φορές, δημιουργούσε τριβές σε πολλούς άλλους μερακλήδες, οι οποίοι αγωνιωδώς περίμεναν πότε να τελειώσουν αυτοί που χόρευαν, και μετά να πάρουν σειρά οι επόμενοι. Και επειδή όπως είπαμε και παραπάνω, “παντού φτωχός, στο πανηγύρι πλούσιος”, οι θερμόαιμοι μερακλήδες που περίμεναν, “ψοφούσαν” για παρεξήγηση και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τους αναπόφευκτους καυγάδες.  

        Παρά ταύτα όμως, τα πανηγύρια, το σπουδαίο αυτό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης, συμπυκνώνουν ως κοινωνικό γεγονός,  τόσο πολιτισμό, όσο καμία άλλη εκδήλωση. Είναι λοιπόν χρέος μας σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, που όλα τείνουν να ισοπεδωθούν και να αλλοιωθούν, να τα διατηρήσουμε “ζωντανά” και να τα παραδώσουμε στις επερχόμενες γενιές αναλλοίωτα και με τις καλύτερες προδιαγραφές. 

 

Βιβλιογραφία – Δικτυογραφία   

 

  • Συνέντευξη, στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, από τον  καθηγητή Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και πρόεδρο του τμήματος, με ειδίκευση στη θρησκευτική λαογραφία, κ. Μανόλη Βαρβούνη.
  • Εισήγηση του λαογράφου Χρήστου Τούμπουρου, “Τα ηπειρώτικα πανηγύρια” στην εκδήλωση της ΠΣΕ. http://romiazirou.blogspot.com/2014/11/blog-post_123.html
  •  “To ηπειρώτικο πανηγύρι”, του Γιάννη Στάθη.
  • Προσωπική έρευνα με επισκέψεις σε πανηγύρια της περιοχής μας (Χάσια), σε βλαχοχώρια του Νομού μας, σε χωριά της Θεσπρωτίας και των Ιωαννίνων, σε μεγαλοχώρια της Βοιωτίας και σε χωριά του Νομού Γρεβενών. 
  • To πανηγύρι στη Σμίξη Γρεβενών. Μεταπτυχιακή εργασία της Μπαρμπάκη Χρυσάνθης από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
  • Λεξικό Γιώργου Μπαμπινιώτη, Δ’ έκδοση (Φεβρουάριος 2012) και Μέγα λεξικό της ελληνικής γλώσσας των  HENRYG. LIBBELL – ROBERTSCOTT από τις εκδόσεις Σιδέρη, για την ετυμολογία του όρου. 

Γράφει ο Θανάσης Σιούτας  (συνταξιούχος δάσκαλος)

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.