Οι πρώτες εβδομάδες στον παιδικό σταθμό: τι κάνει ο παιδαγωγός όσο το παιδί κλαίει στην πόρτα

0 14

Στις αρχές Οκτωβρίου το κλάμα στην είσοδο των παιδικών σταθμών έχει λιγοστέψει αισθητά σε σχέση με τον Σεπτέμβριο. Οι γονείς το αποδίδουν στον χρόνο, λένε ότι το παιδί «συνήθισε». Όσοι δουλεύουν μέσα στην τάξη ξέρουν ότι πίσω από αυτή τη συνήθεια υπάρχει ένα σχέδιο που εφαρμόστηκε μέρα με τη μέρα.

Η περίοδος προσαρμογής είναι κατά κανόνα σταδιακή. Τις πρώτες μέρες το παιδί μένει λίγο, μία ή δύο ώρες, σε ορισμένους σταθμούς με τον γονιό μέσα στην αίθουσα, και ο χρόνος μεγαλώνει όσο εκείνο δείχνει ότι αντέχει. Ο παιδαγωγός στο διάστημα αυτό κυρίως παρατηρεί. Σημειώνει ποιο παιδί πλησιάζει τα παιχνίδια και ποιο μένει κολλημένο στην πόρτα, ποιο τρώει, ποιο αρνείται να ξαπλώσει το μεσημέρι, ποιο ηρεμεί στην αγκαλιά και ποιο θέλει απόσταση. Με βάση αυτά αποφασίζει πώς θα πλησιάσει τον καθένα.

Ο αποχαιρετισμός είναι το σημείο όπου γίνονται τα περισσότερα λάθη, και σπάνια από το παιδί. Ο γονιός που φεύγει κρυφά, όταν ο μικρός δεν κοιτάζει, του μαθαίνει ότι οι άνθρωποι εξαφανίζονται χωρίς προειδοποίηση. Εκείνος που γυρίζει τρεις φορές πίσω παρατείνει την αγωνία. Οι παιδαγωγοί προτείνουν συνήθως έναν σύντομο, σταθερό αποχαιρετισμό, ίδιο κάθε πρωί, και αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Ένα λούτρινο από το σπίτι ή ένα μαντίλι της μαμάς στην τσάντα δεν είναι κακομαθησιά, είναι εργαλείο που οι ίδιοι συχνά ζητούν από τους γονείς. Το μεσημέρι λένε στον γονιό με ειλικρίνεια πώς πήγε η μέρα: πόσο έκλαψε, αν έφαγε, με τι έπαιξε. Τον προειδοποιούν επίσης ότι ένα πισωγύρισμα μετά από ένα Σαββατοκύριακο ή μια ίωση είναι συνηθισμένο και δεν σημαίνει ότι όλα ξεκινούν από την αρχή.

Μόλις τα παιδιά ηρεμήσουν, αρχίζει αυτό που απ’ έξω μοιάζει με «απλή απασχόληση». Ένα παιδί που χτίζει πύργο με τουβλάκια ασκεί τα δάχτυλά του και δοκιμάζει έννοιες όπως το ψηλό, το πολύ, το ίσο. Δύο παιδιά που παίζουν μανάβικο μοιράζουν ρόλους, περιμένουν τη σειρά τους, χρησιμοποιούν λέξεις που δεν θα έλεγαν αλλιώς. Όποιος σπουδάζει παιδαγωγικά διδάσκεται ακριβώς αυτό, ότι το παιχνίδι στην προσχολική ηλικία είναι ο βασικός τρόπος μάθησης και ότι ο ενήλικας το οργανώνει χωρίς να το διευθύνει. Διαλέγει τα υλικά, στήνει τις γωνιές της τάξης, παρακολουθεί και μπαίνει στο παιχνίδι με μια ερώτηση τη στιγμή που έχει νόημα.

Η δουλειά αυτή στηρίζεται σε γνώσεις που δεν φαίνονται. Η αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει τι είναι αναμενόμενο στα δυόμισι και τι στα τέσσερα, ώστε ο παιδαγωγός να μη ζητά από ένα παιδί κάτι που δεν μπορεί ακόμη να κάνει. Στις σπουδές υπάρχουν επίσης μέθοδοι παρατήρησης και καταγραφής, μουσική, κίνηση, εικαστικά, συνεργασία με την οικογένεια. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην πρακτική άσκηση σε πραγματικές τάξεις, γιατί είκοσι τρίχρονα μαζί δεν μοιάζουν με κανένα εγχειρίδιο. Ένας υποψήφιος φοιτητής καλό είναι να ρωτήσει πόσες ώρες πρακτικής περιλαμβάνει το πρόγραμμα, σε τι δομές γίνεται και πού θα μπορεί να δουλέψει όταν το τελειώσει.

Υπάρχει και η σωματική πλευρά, για την οποία λίγοι μιλούν. Ο παιδαγωγός περνά τη μέρα στα γόνατα ή σε χαμηλά καρεκλάκια, σηκώνει παιδιά, αλλάζει ρούχα, τραγουδά το ίδιο τραγούδι πριν από κάθε γεύμα επειδή η επανάληψη δίνει στα μικρά ασφάλεια. Κάπου στα μέσα του φθινοπώρου έρχεται το πρωί που το παιδί, το οποίο τον Σεπτέμβριο δεν ξεκολλούσε από το πόδι της μητέρας του, μπαίνει τρέχοντας στην αίθουσα και ξεχνά να χαιρετήσει. Οι γονείς το ζουν σχεδόν σαν προδοσία, ενώ για τον παιδαγωγό είναι η ένδειξη ότι η προσαρμογή ολοκληρώθηκε.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Litespeed Greek Web Hosting by NetSpace.gr