«Ο Κωνσταντάρας έφυγε» – Γράφει ο συν/ούχος δάσκαλος Θανάσης Σιούτας

0 1,349

Από τις 9 Μαρτίου 2020 ο αγαπητός μας Κώστας, ο επί σειρά ετών Λυκειάρχης του ΕΠΑΛ Καλαμπάκας, ο με το όνομα «Κωνσταντάρας» στους γνωστούς του κύκλους, και για μένα προσωπικά ο Αφέντης (έτσι τον αποκαλούσα, αλλά και έτσι με αποκαλούσε), έφυγε από κοντά μας· «προγεύεται τα αγαθά της μακαριότητας».

Το μεσημέρι της 10ης Μαρτίου τον προπέμψαμε με πόνο από τον Ιερό Ναό του Αγίου Βησσαρίωνος Καλαμπάκας για το ταξίδι της αιωνιότητας.

Κάτω από μια βαριά ατμόσφαιρα, και λόγω του Κορωνοϊού, συγγενείς και φίλοι, από την Καλαμπάκα, τα Τρίκαλα, από το χωριό μας (Θεοτόκο), αλλά και τα γύρω χωριά, πήραν μέρος στην εξόδιο ακολουθία του και εκδήλωσαν την αγάπη τους στο πρόσωπό του και την ψυχική τους συμπαράσταση στα προσφιλή του πρόσωπα.

Οι συγκυρίες δεν βοήθησαν όσο θα έπρεπε λόγω  της πανδημίας του Κορωνοϊού, γιατί του άξιζε να είναι περισσότερο έκδηλη η αγάπη όλων μας. Θαρρώ, πως δεν θα ήταν δυνατόν κάτω από άλλες συνθήκες (καλύτερες), να μην περιτριγυρισθεί το σκήνωμά του από τις λιγοστές γυναίκες του χωριού μας, ώστε να τον ξεπροβοδίσουν με το δικό τους τρόπο και προ παντός με τα δικά τους «τραγούδια» (μοιρολόγια). Δεν άφησε σε κανένα μας η δυσάρεστη αυτή συγκυρία να εκδηλώσει ούτε κατ’ ελάχιστον τα πραγματικά του συναισθήματα, που από τη μια προκαλούν το ξέσπασμα λόγω φόρτισης (συναισθηματικής), ενώ από την άλλη οδηγούν στο ξαλάφρωμα του ψυχικού μας κόσμου από τον φόρτο της θλίψης και του πόνου.

Ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο Καλαμπάκας αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο δικός μου «Αφέντης» ξεπροβοδούσε την αδελφή του για την Αυστραλία με ένα τσούρμο προσφιλών προσώπων, εκεί κοντά στο σταθμό του τρένου Καλαμπάκας, όταν ο ίδιος από τον πόνο του χωρισμού ξεφώνισε τη φράση: «Ρουφιάνα φτώχεια, που μας οδηγείς στον ζωντανό τον χωρισμό». Και μετά απ’ αυτό καταλαβαίνετε τι επακολούθησε…

Δεν ήταν λίγες οι φορές, που επί ώρες τραγουδούσαμε ειδικά σε γάμους, εκείνα τα παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία  γνώριζε καλά – καλά ο «Αφέντης» κι εμείς με χαρά τον ακολουθούσαμε. Το σφύριγμά του με το στόμα και μόνο που θυμάμαι στις εύθυμες εκείνες στιγμές, θα μου μείνει αξέχαστο. Ένα γλεντζέδικο κοινωνικό πρόσωπο,  ένας πρόσχαρος και καλοσυνάτος εκπαιδευτικός, ένας άριστος οικογενειάρχης, που ευτύχησε να ιδεί και τα τρία του παιδιά τακτοποιημένα, τα τρία του βασίλεια όπως έλεγε. Απώτερός του στόχος ήταν η πρόοδος όλων μας.

Το πατρικό του σπίτι στην Καλαμπάκα, παρά του ότι ήταν με ενοίκιο, αποτελούσε το πανδοχείο και τον ξενώνα όλων των χωριανών κι όχι μόνο. Δεν ήταν δυνατόν να περάσεις από το σπίτι του και να φύγεις νηστικός. Αλλά και στα φοιτητικά του χρόνια στην Θεσσαλονίκη επί της οδού Ευαγγελιστρίας στην Πανεπιστημιούπολη, όπου έμεινε με συγκάτοικο, η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοικτή.

Δεν θα ξεχάσω επίσης, όταν πρωτοήρθα στο Γυμνάσιο, μια περίοδο πολύ δύσκολη για μένα μετά από την απώλεια προσφιλούς μου προσώπου, ο αείμνηστος πατέρας του, ενώ παίζαμε με άλλα παιδιά, τού έδωσε εντολή να με βοηθήσει να μάθω γραφομηχανή (επίτευγμα για εκείνη την εποχή), σε εκείνη που είχε στο γραφείο του ως γραμματέας της Κοινότητας Αχλαδέας με έδρα τότε την Καλαμπάκα.

Ο Αφέντης με τον πατέρα του, συνέβαλαν τα μέγιστα στην πνευματική ανόρθωση του χωριού μας, παρά τις αντιξοότητες της εποχής. Στόχος τους ήταν να έρθουμε στο γυμνάσιο (αγόρια και κορίτσια), να πάρουμε έστω και τα λιγοστά εφόδια που χρειαζόμαστε, για να ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας. Και αυτό επετεύχθη σχεδόν εις το ακέραιο.

Σου γράφω αυτά τα λίγα, γιατί πραγματικά πονώ, όπως πονούμε και όλοι μας.  Αν μπορούσες να νοιώσεις τον πόνο μας, το ξέρω, θα μας καθησύχαζες. Θα μας θύμιζες την κοινή μοίρα όλων των θνητών. Θα μας συνιστούσες να έχουμε ψυχραιμία, μέτρο και χριστιανική ελπίδα. Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Καλαμπακιώτικης γης που  σε σκεπάζει και αιώνια η μνήμη σου.

Καλό σου ταξίδι Αφέντη!

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.