Κώστας Φαμίσης – Αφιέρωμα στους Βλάχους μετανάστες της Καστανιάς Καλαμπάκας και στους αείμνηστους θείους μου στο Σικάγο

Η ιστορία της νεοελληνικής μετανάστευσης, με την έννοια της μετοίκησης είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας.

0 12

Η ιστορία της νεοελληνικής μετανάστευσης, με την έννοια της μετοίκησης είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας.

Η ιστορία της νεοελληνικής μετανάστευσης, με την έννοια της μετοίκησης είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας. 

Ωστόσο από τα τέλη τον περασμένου αιώνα ο οι Έλληνες “μοιάζει” πάντα να αποζητούν καινούριες πατρίδες με παραδοσιακούς προορισμούς, καταργώντας τα νοητά σύνορα των ωκεανών, με κύριους αποδέχτες την Αμερική και την Αυστραλία (Τσουκαλάς Κ. 1982: 147).

afieroma1

Ο μεταναστευτικός πυρετός θα κορυφωθεί την εικοσαετία 1902-1920 και η Ελλάδα θα χάσει το 8% του συνολικού της πληθυσμού. Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν ετησίως, μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη και ξεκινούν για τη “Γη της Επαγγελίας” που υπόσχεται πλούτο και ευημερία, “ευκαιρίες” και στους λιγότερο τυχερούς.

Ο μύθος της αμερικάνικης “Γης της επαγγελίας”, του καταφύγιου των αποδήμων όλου του κόσμου, αναμφισβήτητα διαπότισε όλη την Ελληνική ύπαιθρο. Την εποχή αυτή οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής βαδίζουν προς μια χωρίς προηγούμενο οικονομική ανάπτυξη και τραβούσαν σα μαγνήτης τους φτωχούς γεωργούς και κτηνοτρόφους κατοίκους της Ελλάδας. Έτσι, πολλοί Έλληνες – και προπαντός νεαρής ηλικίας – εγκατέλειψαν την πατρική γη και πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, το δρόμο της βιοπάλης, με την ελπίδα πως θα βρουν δουλειά και ζωή καλύτερη από την προηγούμενη.

afieroma2

Σε κάθε επιβάτη δινόταν με την επιβίβασή του στο πλοίο ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και μία τενεκεδένια καραβάνα. Όταν αναγγελλόταν το πρωινό, συνήθως στις επτά παρά τέταρτο, όλοι στριμώχνονταν στο χώρο της διανομής καθώς δεν υπήρχε ειδική τραπεζαρία παρά μονάχα ένας χώρος σε κάποια άκρη με λίγα τραπέζια και μερικούς πάγκους, όπου συνήθως κάθονταν οι γυναίκες και τα παιδιά

Συγκινητική η ώρα του αποχαιρετισμού με την ευχή της μάνας.- «Θα φύγω, μάνα, και μην κλαις και Δός μου την ευχή σου κι ευχήσου με, μανούλα μου, να πάω καλά στα ξένα. – Παιδί μου, πάαινε στο καλό, κι όλοι οι Άγιοι κοντά σου».

Μετανάστες που έφυγαν και πήγαν στις ΗΠΑ μεταξύ των ετών 1902 και 1915, ήταν και πολύ κάτοικοι από το όμορφο ορεινό χωριό της νότιας Πίνδου, την Καστανιά – Καλαμπάκας. Οι κάτοικοί του ήταν Βλάχοι, μιλούσαν την βλάχικη γλώσσα και αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του Ελληνικού έθνους. Ήταν οι Έλληνες μετανάστες της πρώτης γενιάς.

ΑΡΧΕΙΟ: Το 1800 το χωριό Καστανέα είχε 5.000 έως 6.000 κατοίκους [Κουκούδης, 79, 91, 121]Kastania: βλάχικο χωριό [Lejean 1861, 21]. ]. Καστανιά: περιοχή Βλαχοχώρια, 1.540 κάτοικοι [Επιτελικό Γραφείο 1880, 204]. Με βάσει την απογραφή του 1896 η Καστανιά: δήμου Καστανέας, Νομού Τρικάλων είχε 1.179 κατοίκους [Χουλιαράκης 1974, 242]. Καστανιά- Costeana (Castagna): βλάχικο χωριό [Papahagi 1905, 168] είχε 500 οικογένειες [Picot 1875, 36]. ]. Καστανιά: δήμου Καστανιάς, νομού Τρικάλων, κάτοικοι 490 [Λεξικό Σταματελάτου 2001, 314].

Σκληρή η εγκατάλειψη και πικρός ο χωρισμός από την οικογένεια, αναπόφευκτος όμως ο δρόμος της μετανάστευσης. Τα πρώτα χρόνια της ξενιτιάς, που τότε ήταν πιο σκληρά από σήμερα, οι συμπατριώτες- Βλάχοι μας τα έζησαν σε πολύ σκληρές συνθήκες. Με την υπομονή όμως και την εργατικότητα, γρήγορα το ελληνικό στοιχείο άρχισε να προοδεύει και να εδραιώνεται οικονομικά.

Πικρά ήταν τα ξένα της παλιάς εποχής. Οι τόποι τότε φάνταζαν πολύ μακρινοί , γιατί δεν υπήρχαν οι σημερινοί τρόποι επικοινωνίας. Το φαρμάκι της ξενιτιάς λογίζονταν χωρίς παρηγοριά. «Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει». Καμιά παρηγοριά δεν είναι ικανή να απαλύνει τον πόνο της μάνας για τον ξενιτεμό του παιδιού της. Η μητρική καρδιά γίνεται συντρίμμια μπροστά στην ανελέητη πραγματικότητα. Η νοσταλγία και η αγάπη της μάνας για τον γιό της. «Διαβάτες, που διαβαίνετε, περάτες που περνάτε, μην είδετε το γιούλη μου, το μοναχό παιδί μου;»

Οι Έλληνες που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν. Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, “άβγαλτοι” και αθώοι, στερημένοι άνθρωποι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση

Η νοσταλγία για την Ελλάδα, όλων, ήταν έντονη. Το 1920, τόσο η Νέα Υόρκη όσο και το Σικάγο φιλοξενούσαν τουλάχιστον 50.000 Έλληνες. Μέσα από τις αφηγήσεις των, οι Έλληνες μετανάστες συνειδητοποίησαν πως η παραμονή τους στην Αμερική και οπωσδήποτε μακριά από την Ελλάδα ,δε θα ήταν πια προσωρινή, όπως στην αρχή πίστευαν ή και όπως πολλοί είχαν προγραμματίσει. Η νοσταλγία των γονιών εκφράζεται με τους παρακάτω στοίχους: « Ανάθεμα σε ξενιτιά, όσα καλά και αν φέρνεις, μας παίρνεις τα παιδάκια μας και πίσω δεν τα φέρνεις» .

afieroma3

Οι μετανάστες πάνω στα πλοία – ταξίδι σχεδόν δυο μήνες – τα σχόλια δικά σας.

Το έτος 1904 μια ομάδα Βλάχων του Δήμου Καστανέας, αναχωρούν για την Αμερική μετανάστες, περίπου 30 συντοπίτες. Μεταξύ αυτών αναχωρούν και οι δύο θείοι μου: Ο Θεόδωρος Φαμίσης του Νικολάου και της Ευαγγελίας, ετών 16, γεννηθείς το 1888 και απεβίωσε το 1960, άγαμος. και ο Χρήστος Φαμίσης του Νικολάου και της Ευαγγελίας,  ετών 13, γεννηθείς το 1893 και απεβίωσε το 1975, άγαμος. (από το χωριό Καστανέας μέχρι την Καλαμπάκα ο μικρός Χρήστος Φαμίσης έφτασε ξυπόλυτος. Στην Καλαμπάκα αγόρασε τα πρώτα του παπούτσια για το μεγάλο ταξίδι της ξενιτιάς).

afieroma4

Ο θείος μου Θεόδωρος Φαμίσης το έτος 1913, σε ηλικία 25 ετών επέστρεψε στην Ελλάδα για να πολεμήσει στον 2ο Βαλκανικό Πόλεμο, για την απελευθέρωση της υπόλοιπης σκλαβωμένης Ελλάδας μαζί με άλλους συγχωριανούς του, Βλάχους εκ Καστανέας Καλαμπάκας. Προσέφεραν δε στο Ελληνικό κράτος και ένα μικρό ποσό χρημάτων από τις οικονομίες των. Κατά την διάρκεια του πολέμου ο θείος μου, Θεόδωρος Φαμίσης, τραυματίσθηκε σοβαρά, νοσηλεύθηκε τρείς μήνες σε Ελληνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο και μετά αναχώρησε για το Σικάγο, την νέα του πατρίδα.

afieroma5

…. Σε λίγο το πλοίο θα σφυρίξει αναχώρηση !!! Τα μαντήλια δίνουν και παίρνουν…δάκρυα στα μάτια όλων…. “Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδωθούμε”…….(1920) ARXEIO ELPIS

Τα υπερωκεάνια «Πατρίς» και «Βασίλισσα Φρειδερίκη», ήταν αυτά που μετέφεραν, κυρίως, τα νιάτα τής Ελλάδας στην ξενιτιά, καραβιές – καραβιές. Οι αποχαιρετισμοί στο λιμάνι τού Πειραιά, θα έμειναν χαραγμένες, για πολλά χρόνια, στη μνήμη των νεοελλήνων πατριωτών μας. Καημός δυσβάσταχτος η ξενιτιά, για το λαό μας, έκανε πολλές ελληνικές οικογένειες κομμάτια. Ο στεναγμός των ξενιτεμένων. «Μανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα […]παιδί, πια, δε θά ‘χεις, μανούλα γλυκιά, εκεί θα πεθάνω στα ξένα».

Το έτος 1988 επισκέφτηκα το Σικάγο τον τόπο που έζησαν, εργάσθηκαν και σήμερα αναπαύονται, οι θείοι μου , Θεόδωρος και Χρήστος Φαμίσης. Δεν γύρισαν ποτέ στην Ελλάδα και θάφτηκαν σε ξένο χώμα, καθώς η ξενιτιά, σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της.

afieroma6

Το Αφιέρωμα αυτό: στους Θείους μου και στους Βλάχους εκ Καστανέας Καλαμπάκας το αποδίδω ως φόρο τιμής στη μνήμη των, που ήρθαν να πολεμήσουν για την πατρίδα τους. Στους αγνούς συμπατριώτες μας, Βλάχους Έλληνες της Διασποράς που διέπρεψαν στην ξενιτιά, και διατηρήσαν την Ελληνική τους ταυτότητα τα ήθη και τα έθιμα της μάνας – πατρίδας.

Κατά την παραμονή μου στο Σικάγο, διαπίστωσα ότι ο απόδημος Ελληνισμός Ζει μέσα σε ένα μωσαϊκό φυλών και θρησκειών. Όλοι οι Έλληνες καταβάλλουν προσπάθειες και αγωνίζονται να κρατήσουν την πίστη τους στην ορθοδοξία, τη γλώσσα τους τη μητρική, τα ήθη και έθιμά τους και τις προγονικές παραδόσεις.

Κοινή είναι η διαπίστωση, ότι στον τομέα της στήριξης των Ελλήνων – Πατριωτών τεράστιο εθνικό έργο επιτελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής.

Η νοσταλγία για την Ελλάδα ήταν έντονη. Μου έλεγε; ένας ογδοντάχρονος γέροντας από την περιοχή μας, αναγκάστηκε να ξεριζωθεί από τον τόπο του και ζει χρόνια στα ξένα: «Πονάω πολύ για τον τόπο μου. Εκεί άφησα την καρδιά μου. Οι σκέψεις μου εκεί φτερουγίζουν. Με τη φαντασία μου καθημερινά επισκέπτομαι τους παιδικούς μου τόπους, αναστενάζω και κλαίω. Όμως, εδώ στο Σικάγο αναπαύεται η γυναίκα μου, εδώ μεγάλωσα τα παιδιά μου και χαίρομαι τώρα τα εγγόνια και τα δισέγγονα. Πώς να φύγω; Πού να πάω;». «Τι να της κάνω της καρδιάς της παραπονεμένης; για ν’ αποθάνω δε μπορώ, να ζήσω πως να ζήσω; ξένος κι εδώ, ξένος κι εκεί κι όπου να πάγω ξένος.»

«Η ιστορική διαδρομή των ξενιτεμένων, Ελλήνων – Πατριωτών – Βράχων, μας διδάσκει τι σημαίνει να είσαι αληθινός και ουσιαστικός πατριώτης».

Ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’ είναι το ελάχιστο που μπορούμε να αποδώσουμε όλοι μας, στους προγόνους. Είναι το ελάχιστο δυνατό που μπορεί να κάνει κάποιος που αγαπάει πραγματικά την καταγωγή του και τους δικούς του ανθρώπους».

– va fi pentru totdeauna în inimile noastre.

– θα ειστε για πάντα στην καρδία μας.

– Τhanks for the memories.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.