Ηρακλής Φίλιος: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;

0 81

«Από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη μέχρι της ενάτης ώρας.

«Από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη μέχρι της ενάτης ώρας. Κατά την ενάτη δε περίπου ώρα φώναξε ο Ιησούς με δυνατή φωνή, και είπε, ‘’Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;’’, το οποίο σημαίνει: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» (Ματθ. 27, 45-46).

Το γεγονός ότι ο «δικός μου έρωτας σταυρώθηκε», κατά Ιγνάτιο Θεοφόρο, αυτό κάνει τον άνθρωπο να ποθεί τον Χριστό ακόμη περισσότερο και όχι να απογοητεύεται επειδή ο Θεάνθρωπος δείχνει αδύναμος, άρα και ανήμπορος σε σχέση με τα όσα διαδραματίζονται στην ιστορία. Το γεγονός ότι ο Χριστός νιώθει εγκατάλειψη, δεν είναι λογικό για όλους, επειδή αυτό σημαίνει πως νιώθει μία έλλειψη. Την έλλειψη παρουσίας. Μιας παρουσίας που Του δίνει εμπιστοσύνη, συνύπαρξη∙ εκείνης του Θεού. Ε, λοιπόν, αυτή την έλλειψη ο άνθρωπος, ανέκαθεν, δεν ήθελε να την συμβιβάζει με τον Θεό. Ο Θεός έχει δύναμη, έχει εξουσία, πώς μπορεί ο Χριστός να νιώθει μόνος πάνω στον Σταυρό και ανήμπορος να σωθεί; Και μάλιστα, πώς θα σώσει τους άλλους, αφού δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό Του;

Αυτά είναι λογικά ερωτήματα. Είναι ερωτήματα αναζήτησης και όχι άρνησης, καθώς η άρνηση, στην πατερική θεολογία, εμπεριέχει την έννοια της κατάφασης στην αρνητική της εκδοχή.

Επομένως, ο σύγχρονος άνθρωπος, ρωτάει: «Πώς θα μπορέσω να δώσω νόημα στη μοναξιά μου, στον πόνο μου, στις αγωνίες μου, στα χτυπήματα που δέχομαι, τη στιγμή που ο Χριστός διερωτάται πάνω στον Σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».

Ο Sartre, εκφράζει την κραυγή της σιωπηρής αγωνίας, στο έργο του «ο διάβολος και ο θεούλης», ως εξής: «Εγώ υπάρχω… μόνο εγώ. Ικέτευα όλον αυτό τον καιρό για ένα σημείο, αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Ο Ουρανός αγνοεί ακόμα και το όνομά μου. Διερωτόμουν κάθε στιγμή τι μπορούσα να είμαι εγώ στα μάτια του Θεού. Τώρα το ξέρω: Τίποτε. Ο Θεός δεν με βλέπει. Ο Θεός δεν με ακούει. Ο Θεός δεν με ξέρει… Η σιωπή, είναι ο Θεός. Η απουσία, είναι ο Θεός. Η μοναξιά των ανθρώπων, αυτό είναι ο Θεός».

Ο Εσταυρωμένος νιώθει μόνος. Με πόνο, με αγωνία, ρωτάει τον Πατέρα Του, γιατί Τον εγκατέλειψε. Είναι τραγικό, ο Θεάνθρωπος να ζει τη μοναξιά, τον πόνο. Τότε τι μπορεί να ευαγγελίσει; Και δεν είναι η πρώτη φορά. Στον κήπο της Γεθσημανή, προσευχόμενος, λέει στον Πατέρα Του: «Αββά, Πατέρα, όλα σου είναι δυνατά∙ απομάκρυνε από εμένα το ποτήρι αυτό∙ αλλ’ ας γίνει όχι ό,τι εγώ θέλω αλλά ό,τι εσύ θέλεις» (Μάρκ. 14, 36).

Έχει ανθρωπινότητα, δεν Του είναι ξένη η ανθρώπινη φύση. Έχει σώμα, σαρκώθηκε. Ο αχώρητος Θεός γεννήθηκε στη μήτρα μιας γυναικός. Και από τη στιγμή που λέει το «ναι» στον άνθρωπο, καταφάσκει με μοναδικό τρόπο στην ανθρωπινότητα του, χωρίς όμως να έχει προσλάβει την αμαρτία. Γνωρίζει πώς είναι να πονάς, να θες να αποφύγεις κάτι, να αγωνιάς, να δειλιάζεις. Ένας συνεσταλμένος Θεός. Ένας ταπεινός Θεός.

Όμως, με την αγωνία Του, δείχνει να μην μπορεί να σώσει τον Εαυτό Του. Και δίνει το δικαίωμα, στο σύγχρονο άνθρωπο, να τολμήσει να πει πως δεν υπάρχει Θεός. Αυτό το σημείο, γεννά την αθεΐα. Ο Χριστός νιώθει εγκατάλειψη; Είναι δυνατόν; Ο Υιός του Θεού, ο Θεός της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή ο τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, πονά, αγωνιά πάνω στον Σταυρό;

Αυτό είναι αφορμή για τους άθεους και για όσους πιστεύουν πως ο Χριστός δεν έχει θεότητα, γιατί αν είχε θα έσωζε τον Εαυτό Του. Για εκείνους, ένα υγιές πρόσωπο, δεν μπορεί να ασθενεί.

Αυτή την αδυναμία έβλεπε ο Nietzsche και θέλησε να δημιουργήσει τον υπεράνθρωπο. Αυτή την αδυναμία είδε και ο σύγχρονος Michael Onfray, κάνοντας λόγο για «ακρωτηριασμένο και κατακομματιασμένο πτώμα», που δεν αποτελεί πρότυπο ζωής.

Η αθεΐα δεν είδε τη μεταφυσική εξέλιξη του πόνου. Σταμάτησε στον Σταυρό. Γι’ αυτό ο Onfray απορούσε πως ο Χριστός αποτελεί υγιές πρότυπο για τον άνθρωπο. Θα πει κάποιος, μα καλά, αφού ακολούθησε η Ανάσταση, και υπάρχει συνέχεια, πού είναι το πρόβλημα; Εδώ, γεννάται ένα άλλο θέμα. Η έλλειψη πίστης στην Ανάσταση. Επομένως, η αθεΐα καταδικάζει τον Χριστό σ’ ένα τέλος, που θέλει η ίδια να έχει, ο Χριστός. Δεν αντέχει το νόημα του πόνου. Όχι, μόνο η αθεΐα, αλλά και ο κάθε άνθρωπος που αρνείται να συμβιβαστεί με την ιδέα του να είναι κτιστός, να έχει περατότητα, όρια, να πάσχει. Ακόμη και η θνητότητα προκαλεί ισχυρή απαισιοδοξία. Είναι σαν να βγάζεις τον άλλον από την χαρούμενη πραγμάτωση των μεταφυσικών του αδιεξόδων. Ποιος θέλει να ξεβολευτεί σε μία τέτοια ιδέα;

Ο πόνος για τον χριστιανό, για τον άνθρωπο των αισθητηρίων που γυμνάζονται στην εκκλησία της ορθόδοξης Ανατολής, σημαίνει απουσία του «είναι» του πόνου (εδώ το «είναι» ως βίωμα). Μα, είναι δυνατόν, να καταργείται ο πόνος; Αν το κακό, για τον Δαμασκηνό, υπάρχει, αυτό δεν συνιστά την οντολογία του. Δεν υφίσταται, το κακό, ο πόνος, το σκοτάδι, παρά αποτελούν ελλείψεις, που αλλοιώνουν την όντως κατάσταση των πραγμάτων χωρίς να απειλούν, όμως, σε καμία περίπτωση, την οντολογία τους. Τα παραπάνω είναι «παρυποστάσεις», θα πουν ο Μάξιμος Ομολογητής και Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

Ο άνθρωπος νιώθει μόνος. Κι έχει έναν Θεό, που του αποκαλύπτεται όποτε θέλει. Ακόμη και στον πόνο. Ε, αυτό είναι παράλογο. Αν δεν είναι, αυτό συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος δεν έχει ευθυγραμμίσει τη ζωή του και τα αναπάντητα αναπάντεχα της ύπαρξης του, με το ξύλο του Σταυρού, εκεί όπου δεν υπάρχει άνετη θέση για να καθίσεις. Δεν συμβιβάζεται, με άλλα λόγια, η θέληση για δύναμη με την έλλειψη δύναμης. Αυτό, δεν αντέχει την τραγικότητα του να είσαι φθαρτός. Αλλά και πάλι, η Δύση απέτυχε να δώσει νόημα στον πόνο, αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τη φθορά, αρνήθηκε την ίδια την πτώση του ανθρώπου, που επέφερε τη φθορά. Εν τέλει, αρνήθηκε να δεχτεί την μεταπτωτική αλήθεια του θανάτου. Και γι’ αυτό νοηματοδότησε ανεπιτυχώς τη σημασία του πόνου, το τελείωμα του στην αρχή της ανύπαρκτης οντολογίας του.

Ο Επίκτητος εξέφρασε έναν θεολογικό λόγο, πολύ πιο πριν από τους Πατέρες της εκκλησίας. Είπε πως δεν τρομάζει ο πόνος αλλά η έλλειψη νοήματος. Όπως έχει γράψει, άλλωστε, ο αείμνηστος Νίκος Ματσούκας, «οι πονεμένοι άνθρωποι ή δουλεύουν στην καταστροφική δίνη του μηδενός ή βαδίζουν προς την κορυφή της δημιουργίας. Ο χριστιανός αν καυχάται, είναι γιατί η Ανάσταση του Χριστού κατήργησε, όχι την ένταση και το είδος του πόνου όπως βιώνονται, αλλά τη δυνατότητα του να κυριαρχεί στη Βασιλεία Του!

Ηρακλής Αθ. Φίλιος
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.