Δημήτρης Γκανούλης – Προσοχή στους μεσάζοντες

0 243

Φίλη και Φίλε λέγεται ότι κάποτε, ο Βούδας πήγε σ’ ένα χωριό που βρισκόταν κοντά σ’ ένα μοναστήρι.

Πολύς κόσμος τον πλησίαζε και τον ρωτούσε για ποιο λόγο δεν του αρέσουν οι μοναχοί και οι θρησκείες. Λένε πως ο Βούδας απάντησε ότι δεν καταλαβαίνει τον ρόλο των μοναχών και το νόημα των θρησκειών…

Μία μέρα έρχονται να τον δουν μερικοί μοναχοί μ’ ένα καλάθι γεμάτο φρούτα, ένα στεφάνι από λουλούδια και τους σεβάσμιους χαιρετισμούς του ηγουμένου του μοναστηριού. «Ακούσαμε τα λόγια σου, του λέει ένας μοναχός και ήρθαμε να σου εξηγήσουμε ότι εμείς είμαστε κάτι σαν μεσάζοντες μεταξύ Θεού και ανθρώπων … και το ξέρουμε».

Ακούγοντας αυτό το σχόλιο ρωτάει ο Βούδας: «Χρειάζεται ο Θεός μεσάζοντες; Μήπως δεν είναι παρών σε κάθε άνθρωπο και κάθε τόπο;» ο μοναχός τότε του εξηγεί: «όχι δεν χρειάζεται ο Θεός μεσάζοντες, οι άνθρωποι όμως πρέπει να τον ανακαλύψουν. Ο μεγάλος μας δάσκαλος μάς λέει ότι εμείς απλώς πουλάμε νερό στην όχθη του ποταμού με την ελπίδα μια μέρα να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι μπορούν και μόνοι τους να παίρνουν νερό από το ποτάμι». Ο Βούδας βάζει τα γέλια … οι μοναχοί τον ρωτάνε που βρίσκει το αστείο σ’ αυτόν τον συλλογισμό. «Λέτε δηλαδή ότι κάνετε με τόσο ζήλο μια προσωρινή δουλειά περιμένοντας τη στιγμή που δεν θα είναι πια αναγκαία, και να παραδεχθείτε ότι αν δεν είσαστε εκεί να πουλάτε νερό θα έπαιρνε πολύ λιγότερο χρόνο στους ανθρώπους ώστε να καταλάβουν ότι μπορούν και μόνοι τους».

Η αναθεώρηση των εγνωσμένων, η αμφιβολία όλων εκείνων που φαντάζουν ως τα αυτονόητα της ζωής μας και η δυσπιστία προς ό,τι μας περιβάλλει και περιχαρακώνει, συνιστούν την αποτελεσματική κριτική αλλά και την αναγκαία συνθήκη για την ατομική εξέλιξη και την κοινωνική πρόοδο.

Όποιος αναλαμβάνει αυτό το ρόλο και στέκεται απέναντι μας κριτικά, επιτιμητικά, σίγουρα καθίσταται αντιπαθής και μισητός είναι όμως αναγκαίος για να μας απελευθερώσει από τις συνειδητές ή ασυνείδητες πλάνες ή τυφλώσεις και βέβαια δεν είναι μόνο το υποκείμενο (ο εαυτός μας) που δυσφορεί ή εναντιώνεται στην κριτική, αλλά και ένα πλήθος εξωγενών παραγόντων που χαλκεύουν την αιχμαλωσία μας (πνευματική, κοινωνική, ηθική, ψυχική). Τέτοιοι παράγοντες είναι τα διάφορα κέντρα εξουσίας, ανώνυμα συμφέροντα που στοχεύουν στην καλλιέργεια λογής ειδώλων και τέλος το κυρίαρχο αξιακό σύστημα.

Την αναγκαιότητα της κριτικής – ως πνευματικής λειτουργίας και ως εργαλείο κοινωνικής αντίστασης – την επιβάλει και η αντιφατικότητα της εποχής μας. Αυτή η αντιφατικότητα την συνθέτουν η αφθονία μέσων και η απουσία στόχων, η υπερπληροφόρηση αλλά και η παραπληροφόρηση (fake news).

Η ικανότητα του ατόμου να σκέπτεται κριτικά τον βοηθά να αντιστέκεται σθεναρά στους πολυπληθείς και διογκούμενους μηχανισμούς χειραγώγησης τη μάζας. Μία κοινωνία μπορεί να αισθάνεται υγιής όταν μπορεί να αντιστέκεται στο ρητορικό μονόλογο των ταγών της εξουσίας, στην πλάνη και τον εκμαυλισμό που τρέφουν τα είδωλα της αγοράς και τις διάφορες ιδεοληψίες που ναρκώνουν κάθε διάθεση για αλλαγή και ανανέωση.

Πολλοί θα μπορούσαν να αντιτείνουν στα παραπάνω πως η κριτική ως εργαλείο αξιολόγησης προσώπων, γεγονότων και πραγμάτων προϋποθέτει πνευματική αυτάρκεια, ηθική πληρότητα, κοινωνική ευαισθησία και κυρίως ψυχοσυναισθηματική ισορροπία και γενναιότητα. Γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να υποταχθούμε στην εξουσία του« φόβου» που μας σπρώχνει στο κοπάδι και την αδράνεια.

Η κριτική δηλαδή μπορεί να μας καταστήσει υπόπτους και «επικίνδυνους» για εκείνους που έμαθαν να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα παραδοσιακά σχήματα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που είναι γαντζωμένοι στα φαντάσματα του παρελθόντος. Όταν η κριτική προκαλεί δυσαρέσκεια, τότε βρίσκεται στο σωστό δρόμο. Ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν.

Ωστόσο η κριτική δεν είναι στο σύνολό της μία έμφυτη ικανότητα αλλά προϋποθέτει μια σειρά πράξεων και δυνατοτήτων για να την ασκήσει και να την δεχθεί κάποιος. Κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει το εγώ του ανθρώπου-υποκειμένου αφού είναι ο καθοριστικός και ουσιαστικός κριτής της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης. Στην κριτική όμως περισσότερο εκτίθεται ο κριτής και λιγότερο ο κρινόμενος. Όταν κρίνεις τους άλλους δεν τους χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζεις όμως τον εαυτό σου.

Γι’ αυτό δεν είναι όλα για όλους αλλά πρέπει κάποιος υπακούοντας στην πυθική επιγραφή να γνωρίσει τον εαυτό του και μετά να σταθεί σε εκείνο το πράγμα για το οποίο η φύση τον έκανε κατάλληλο και να μην βιάζει τη φύση σέρνοντας τον εαυτό του πότε στο ένα είδος ζωής και πότε στο άλλο.

Το βέβαιο πάντως είναι ότι η φύση δεν σε έχει προικίσει να πουλάς το νερό από το ποτάμι.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.