Η ομιλία της Διευθύντριας του 5ου Δημοτικού Σχολείου Καλαμπάκας κας Ευτυχίας Τζέλιου κατά τον πανηγυρικό της εκδήλωσης της Κυριακής 17 Μαΐου 2026, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων μνήμης για τη Μάχη της Καλαμπάκας και τη συμμετοχή της περιοχής μας στην Επανάσταση του 1854.
Με αισθήματα βαθιάς συγκίνησης και ιστορικής ευθύνης συγκεντρωθήκαμε σήμερα στον ιερό αυτό χώρο της Ιεράς Μητρόπολης Σταγών και Μετεώρων για να τιμήσουμε μια από τις λαμπρότερες αλλά λιγότερο γνωστές σελίδες της τοπικής και εθνικής μας ιστορίας: τη Μάχη της Καλαμπάκας του 1854 και τους αγωνιστές που ύψωσαν εδώ, στους πρόποδες των ιερών βράχων των Μετεώρων, τη σημαία της ελευθερίας.
Η σημερινή ημέρα δεν αποτελεί απλώς μια τοπική επέτειο. Είναι ημέρα ιστορικής μνήμης, εθνικής αυτογνωσίας και χρέους απέναντι σε ανθρώπους που αγωνίστηκαν όχι για προσωπικό όφελος, αλλά για το δικαίωμα του Ελληνισμού να ζήσει ελεύθερος.
Μετά την Επανάσταση του 1821 και τη δημιουργία του μικρού ελληνικού κράτους, μεγάλα τμήματα του Ελληνισμού παρέμεναν ακόμη υπόδουλα. Η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Μακεδονία και άλλες ελληνικές περιοχές εξακολουθούσαν να στενάζουν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό.
Όμως η φλόγα της ελευθερίας δεν είχε σβήσει. Οι άνθρωποι αυτών των τόπων δεν αποδέχθηκαν ποτέ τη σκλαβιά ως μόνιμη κατάσταση. Η μνήμη του ’21, οι θυσίες των αγωνιστών, η πίστη στην πατρίδα και στην Ορθοδοξία διατηρούσαν ζωντανή την ελπίδα της λύτρωσης.
Η ευκαιρία φάνηκε να παρουσιάζεται το 1854, με το ξέσπασμα του Κριμαϊκού Πολέμου. Η σύγκρουση της Ρωσίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δημιούργησε την ελπίδα ότι είχε φτάσει η ώρα της απελευθέρωσης των αλύτρωτων πατρίδων. Σε ολόκληρο τον ελληνισμό επικράτησε ενθουσιασμός. Εθελοντές, παλιοί αγωνιστές, νέοι οπλαρχηγοί και απλοί άνθρωποι πήραν ξανά τα όπλα.
Στη Θεσσαλία την αρχηγία των επαναστατικών σωμάτων ανέλαβε μια σπουδαία μορφή του Αγώνα: ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος.
Γεννημένος στο Βετερνίκο, το σημερινό Νεραϊδοχώρι, παιδί της θεσσαλικής γης και της Πίνδου, ο Χατζηπέτρος είχε ήδη γράψει τη δική του ένδοξη πορεία στην Ελληνική Επανάσταση. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία από τα νεανικά του χρόνια, συμπολεμιστής του Καραϊσκάκη, αγωνιστής του Μεσολογγίου, της Αράχωβας και της Πέτρας, υπήρξε ένας από εκείνους τους ανθρώπους που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στην ελευθερία του Έθνους.
Οι σύγχρονοί του μιλούσαν για έναν άνδρα επιβλητικό, με αρχοντική παρουσία, με φυσική ρώμη αλλά και ευθύτητα χαρακτήρα. Δεν ήταν όμως μόνο η μορφή του που ενέπνεε. Ήταν η πίστη του στην πατρίδα και η ακλόνητη θέλησή του να δει τη Θεσσαλία ελεύθερη.
Τον Μάρτιο του 1854 ξεκίνησε την εκστρατεία του προς τη Θεσσαλία επικεφαλής λίγων εκατοντάδων ανδρών. Σύντομα ενώθηκε με σώματα οπλαρχηγών από τα Άγραφα, την Πίνδο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα. Οι πρώτες επιτυχίες ενθουσίασαν τον υπόδουλο πληθυσμό. Νίκες στο Φανάρι, στο Μαυρομμάτι και στα Μεγάλα Καλύβια έδωσαν την αίσθηση ότι η επανάσταση μπορούσε να πετύχει.
Σύντομα το επίκεντρο του Αγώνα μεταφέρθηκε εδώ, στην περιοχή της Καλαμπάκας.
Η Καλαμπάκα είχε τεράστια στρατηγική σημασία, καθώς έλεγχε τα περάσματα της Πίνδου και αποτελούσε φυσικό οχυρό ανάμεσα στα ορεινά περάσματα και τη θεσσαλική πεδιάδα. Οι Οθωμανοί γνώριζαν καλά πως, αν η περιοχή περνούσε στα χέρια των επαναστατών, η εξέγερση θα εξαπλωνόταν ακόμη περισσότερο σε ολόκληρη τη Θεσσαλία και τη δυτική Μακεδονία.
Στόχος του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου ήταν να διακόψει τη συγκοινωνία Τρικάλων – Ηπείρου, ώστε να εμποδίσει την αποστολή τουρκικών ενισχύσεων προς τα Τρίκαλα, όπου βρισκόταν ο Σελήμ πασάς. Έμπειρος και ικανός πολεμιστής, επέλεξε με μεγάλη προσοχή τις θέσεις άμυνας των ανδρών του. Οι αγωνιστές δεν οχυρώθηκαν μέσα στην Καλαμπάκα, αλλά στην απέναντι όχθη του Πηνειού, σε υψώματα και θαμνώδεις πλαγιές των γύρω βουνών, ενώ παράλληλα οχυρώθηκαν και τα Μετέωρα.
Οι περίπου 1.500 άνδρες του Χατζηπέτρου κλήθηκαν αρχικά να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις του Σελήμ πασά, που αριθμούσαν περίπου 4.000 στρατιώτες, διέθεταν οκτώ κανόνια και είχαν ήδη οχυρωθεί από τις 30 Απριλίου 1854 σε δύο λόφους της περιοχής.
Ο Χατζηπέτρος, διακρίνοντας την αδυναμία των Οθωμανών να καταλάβουν την Καλαμπάκα, αποφάσισε να εγκαταλείψει την αμυντική τακτική και να περάσει στην επίθεση, με σκοπό να κυκλώσει και να εξοντώσει τον εχθρό. Καθοριστική υπήρξε τότε η ενίσχυση των επαναστατών από τα Χάσια, τη Μακεδονία, τα Σέρβια και τον Όλυμπο. Ανάμεσα στους οπλαρχηγούς που έσπευσαν να ενισχύσουν τον αγώνα ήταν ο Κοκοράβας, ο Θανάσης Βλαχάβας, γιός του Παπά Θύμιου Βλαχάβα, καθώς και οι Λάζος, Τζαχείλας, Ψαροδήμος, Συρόπουλος, Λιακόπουλος και Καραγιώργης. Έτσι, οι επαναστατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τους 2.500 άνδρες.
Ο Χατζηπέτρος τοποθέτησε τους άνδρες του σε καίρια σημεία γύρω από την Καλαμπάκα, αποκλείοντας κάθε δίοδο ενίσχυσης των Οθωμανών. Ο επιλοχίας Νικόλαος Λεωτσάκος, μαζί με τον Δημάκη, Βλάχους, Ολυμπίσιους και άλλους εθελοντές, περίπου τετρακόσιους άνδρες, ανέλαβαν να ανακόψουν την προέλαση των τουρκικών δυνάμεων από τα Τρίκαλα. Παράλληλα, επαναστατικά σώματα τοποθετήθηκαν στρατηγικά στα ριζά του Κόζιακα, στη γέφυρα της Σαρακίνας, κοντά στον Αϊ-Λιά, στον Πηνειό και στον δρόμο Καστρακίου-Καλαμπάκας, δημιουργώντας έναν ισχυρό κλοιό γύρω από την πόλη.
Το βράδυ της 1ης Μαΐου 1854, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, οι Τουρκαλβανοί του Σελήμ πασά εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση εναντίον των ελληνικών θέσεων. Οι αγωνιστές όμως αμύνθηκαν με απαράμιλλη γενναιότητα και, πραγματοποιώντας συνεχείς αντεπιθέσεις, κατόρθωσαν όχι μόνο να αναχαιτίσουν τον εχθρό αλλά και να αντιστρέψουν την κατάσταση. Οι υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις βρέθηκαν σταδιακά κυκλωμένες και αποδεκατίστηκαν από τα ελληνικά πυρά.
Νέες εχθρικές δυνάμεις έφθασαν από τα Τρίκαλα και επιτέθηκαν εκ νέου εναντίον των επαναστατών. Στις 5 Μαΐου η κατάσταση έγινε εξαιρετικά κρίσιμη. Οι επανειλημμένες κυκλωτικές κινήσεις των Τούρκων, με επικεφαλής τον ίδιο τον Σελήμ, απέτυχαν χάρη στην επιμονή και την ανδρεία των Ελλήνων. Την πιο δύσκολη στιγμή κατέφθασαν Μακεδόνες εθελοντές, οι οποίοι ρίχθηκαν αμέσως στη φοβερή μάχη.
Ο ίδιος ο Χατζηπέτρος, μαζί με επτακόσιους έως οκτακόσιους άνδρες, είχε οχυρωθεί μέσα στην Καλαμπάκα, ενώ πολλές από τις περίπου επτακόσιες οικογένειες της πόλης είχαν βρει καταφύγιο στα Μετέωρα. Με τις νέες ενισχύσεις από Μακεδόνες και άλλους εθελοντές, οι ελληνικές δυνάμεις έφτασαν πλέον περίπου τις τρεις χιλιάδες άνδρες.
Στις 7 Μαΐου η μάχη εισήλθε στην κρισιμότερη φάση της. Στην Καλαμπάκα κατέφθασαν περίπου χίλιοι ακόμη εθελοντές. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι τριακόσιοι πενήντα Μανιάτες με αρχηγό τον ταγματάρχη και βουλευτή Δημήτριο Πετροπουλάκη, ισάριθμοι αγωνιστές υπό τον Γεώργιο Πλαπούτα, γιο του μεγάλου στρατηγού της Επανάστασης, καθώς και οι Πετμεζάδες με εκατόν πενήντα άνδρες και ο Γεώργιος Τζιγκουράκος με εθελοντές από το Ναύπλιο.
Τότε ο Χατζηπέτρος, με έναν εξαιρετικό και τολμηρό ελιγμό, κατόρθωσε να περικυκλώσει τις τουρκικές δυνάμεις λίγο έξω από την Καλαμπάκα. Οι Έλληνες εξόρμησαν από τα οχυρά τους και επιτέθηκαν με ορμή, διασκορπίζοντας ολοκληρωτικά τον εχθρό. Οι Τουρκοάραβες και Τουρκαλβανοί υπέστησαν συντριπτική ήττα· πολλοί σκοτώθηκαν στη μάχη, ενώ άλλοι πνίγηκαν στα ορμητικά νερά του πλημμυρισμένου Σαλαμπριά. Μόνο ο Σελήμ πασάς κατόρθωσε να διαφύγει, καλπάζοντας έφιππος προς τα Τρίκαλα μαζί με ελάχιστους άνδρες, ενώ εκατόν πενήντα έως διακόσιοι Τούρκοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Η τελευταία και καθοριστική φάση της μάχης διήρκεσε μόλις τρεις ώρες, όμως ο ιδιοφυής ελιγμός του Χατζηπέτρου χάρισε μια περιφανή νίκη στα ελληνικά όπλα.
Στις 10 Μαΐου 1854 ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος εισήλθε θριαμβευτής στην Καλαμπάκα μαζί με τους αγωνιστές του. Οι κάτοικοι της πόλης, συγκινημένοι και ενθουσιασμένοι, υποδέχθηκαν τους νικητές με δάκρυα χαράς στα μάτια.
Το ίδιο απόγευμα, προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Σταγών και Μετεώρων Κυρίλλου και με τη συμμετοχή των Πατέρων των Ιερών Μονών των Μετεώρων, τελέστηκε πάνδημη δοξολογία και υψώθηκαν ευχαριστήριοι ύμνοι προς τον Ύψιστο για τη μεγάλη νίκη.
Στον ιστορικό Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου αναγνώστηκε και η ημερήσια διαταγή του Χατζηπέτρου, στην οποία ο αρχηγός των αγωνιστών εξήρε την ανδρεία και την αυτοθυσία των πολεμιστών του. «Στρατιώται, Ενικήσατε εξ χιλιάδες στρατού ερχοµένου µετά τηλεβόλων, πολεµοφοδίων, ίππων, αµαξών, τροφών και παντός εφοδίου ίνα πολεµήσωσιν ηµάς και πολιορκήσαντες αυτούς επί δέκα ηµέρας πειναλέους και γυµνητεύοντες τους καταστρέψατε. Πληθύς Τουρκικών πτωµάτων καλύπτει την γην των προγόνων ηµών πολυάριθµοι αιχµάλωτοι στρατιώται υπηρετούν υµάς. Ανώτεροι και κατώτεροι αξιωµατικοί παραδοθέντες θαυµάζουν τας δάφνας σας αποδίδοντες αυτάς τω Υψίστω και µόνω. Πέντε τηλεβόλα, ενενήκοντα σκηναί, εξακόσια όπλα πεζικού, τρεις σηµαίαι, ζώα, τροφαί, πολεµοφόδια και πλήθος άλλων λαφύρων ευρίσκονται εις την διάθεσίν µας…
Μετά δακρύων χαράς ο αρχηγός σας εκφράζει υµίν την ευχαρίστησίν του και απονέµει περιφανή έπαινον εις πάντας ανεξαιρέτως…
Η νίκη της Καλαμπάκας υπήρξε μεγάλη. Η είδησή της γέμισε ελπίδα τους υπόδουλους Έλληνες και απέδειξε ότι η Θεσσαλία δεν είχε πάψει να αγωνίζεται για την ελευθερία της.
Όμως ο Αγώνας δεν είχε τελειώσει.
Στα τέλη Μαΐου του 1854 η κατάσταση άρχισε να γίνεται εξαιρετικά δύσκολη για τους επαναστάτες. Οι οθωμανικές δυνάμεις είχαν πλέον ενισχυθεί σημαντικά και αριθμούσαν περίπου οκτώ χιλιάδες άνδρες. Με συνεχείς επιθέσεις και αδιαφορώντας για τις μεγάλες απώλειές τους, επιχείρησαν να συντρίψουν τα ελληνικά σώματα στην περιοχή της Καλαμπάκας και της Αγίας Παρασκευής.
Ακολούθησε τριήμερη σκληρή και αιματηρή σύγκρουση. Οι Οθωμανοί έχασαν, περισσότερους από χίλιους άνδρες. Ωστόσο, η αριθμητική υπεροχή τους, η έλλειψη εφοδίων των επαναστατών αλλά και η δυσμενής διεθνής συγκυρία έκριναν τελικά την έκβαση του Αγώνα.
Ήδη είχε γίνει γνωστό ότι η Βρετανία και η Γαλλία είχαν επιβάλει ουδετερότητα στην Ελλάδα και πίεζαν ασφυκτικά την ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει κάθε υποστήριξη προς τις επαναστάσεις σε Θεσσαλία και Ήπειρο. Το γεγονός αυτό επηρέασε βαθιά το ηθικό των αγωνιστών.
Μετά την τελευταία μεγάλη σύγκρουση, ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος υποχώρησε προς το Νεοχώρι. Εκεί εξέδωσε την τελευταία ημερήσια διαταγή προς τους άνδρες του — μια διακήρυξη όχι ήττας, αλλά ιστορικής παρακαταθήκης:
«Στρατιώτες Θεσσαλοί, των Αγράφων, της Πίνδου, του Ολύμπου… αποσυρόμεθα του αγώνος κύπτοντες εις τας ακαταμαχήτους περιστάσεις. Αλλά η γη των πατέρων μας, ο τόπος γεννήσεώς μας είναι δίκαια απαράγραπτα διά παντός. Αν και προς καιρόν υποχωρούμεν, δεν λησμονούμεν… αποθέτωμεν τα όπλα ευέλπιδες ότι οι δυνατοί της Γης θέλουν εννοήσει…».
Μέσα σε αυτά τα λόγια υπάρχει ολόκληρη η ψυχή της Θεσσαλικής Επανάστασης. Δεν υπάρχει απελπισία. Δεν υπάρχει παραίτηση. Υπάρχει πίστη. Υπάρχει ιστορική βεβαιότητα. Υπάρχει η ακλόνητη πεποίθηση ότι η ελευθερία μπορεί να καθυστερεί, αλλά δεν ματαιώνεται.
Και πράγματι, οι αγωνιστές του 1854 δικαιώθηκαν. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, το 1881, η Θεσσαλία ενώθηκε με την ελεύθερη Ελλάδα.
Κυρίες και κύριοι,
Η σημερινή επέτειος δεν μας καλεί μόνο να θυμηθούμε γεγονότα και ονόματα. Μας καλεί να αναλογιστούμε τι κράτησε όρθιους αυτούς τους ανθρώπους μέσα στις δυσκολότερες περιστάσεις.
Τους κράτησε όρθιους η πίστη στον Θεό, η αγάπη προς την πατρίδα και η αίσθηση ότι η ελευθερία δεν είναι δικαίωμα που χαρίζεται, αλλά χρέος που κατακτάται με θυσίες.
Σε αυτή τη γη των Μετεώρων, όπου η πίστη και η ιστορία συμπορεύονται επί αιώνες, έχουμε ιερό χρέος να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη εκείνων που αγωνίστηκαν πριν από εμάς.
Να θυμόμαστε ότι η ελευθερία της πατρίδας μας θεμελιώθηκε πάνω σε θυσίες.
Να θυμόμαστε ότι τίποτε μεγάλο δεν κατακτήθηκε χωρίς πίστη και ενότητα.
Να θυμόμαστε ότι οι λαοί που σέβονται την ιστορία τους μπορούν να αντιμετωπίζουν με δύναμη και το μέλλον.
Αιωνία η μνήμη των αγωνιστών της Μάχης της Καλαμπάκας.
Αιωνία η μνήμη του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου και των συμπολεμιστών του.
Ζήτω η Καλαμπάκα.
Ζήτω η Θεσσαλία.
Ζήτω η Ελλάδα