Καλοκαιρινές Γιορτές στο Μαυρέλι Ανατολικών Χασίων Δ. Μετεώρων – Του Χρήστου Δ. Χλωρού

0 826

 ΜΑΥΡΕΛΙ Ανατολικών Χασίων  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ .ΗΘΗ ΕΘΙΜΑ Μαυρελίου.

Βολβός  Ασκαρδουλάκι.  « Κούκος» Τοπικό όνομα.

Τ’ Αϊ Γιαννιού» Αγίου Ιωάννου.«Τα κλήδονα».

Η γιορτή του Αϊ Γιάννη (24 Ιουνίου) είναι η πρώτη του καλοκαιριού και είναι συνδεδεμένη με τη γιορτή του «Κλήδονα» ,«τα κλήδονα» όπως λέγονται στο χωριό μας. Τη παραμονή της γιορτής τα κορίτσια του χωριού μάζευαν αγριολούλουδα, ιδιαίτερα το λουλούδι του «αϊγιάννη» που φύτρωνε στα χωράφια και στις γύρω κοντινές πλαγιές Τα έκαναν «τούφες» (ανθοδέσμες) και τα έδεναν με «σκούλο» (φιτίλι καμωμένο με άσπρο και κόκκινο μαλλί) και με κλωνάρια από κορομηλιά με κορόμηλα επάνω. Οι «τούφες» λέγονταν «Κλήδονας». Ήταν δε μεθυστικά αρωμα- τικές  από τα ωραία λουλούδια που ήταν άψογα επιλεγμένα για να τις στολίζουν. Σε κάθε γειτονιά του χωριού τα κορίτσια συγκέντρωναν τα κλήδονα και τα τοποθετούσαν σε νερό για να μη μαραθούν. Αργά το απόγευμα τα έβγαζαν σε κάποιο σημείο και εκεί χόρευαν γύρω τους τα σχετικά για τη γιορτή τραγούδια. Στη συνέχεια  τα άφηναν σε κάποιο σπίτι για να είναι έτοιμα για τη γιορτή της επομένης ημέρας.

Την άλλη ημέρα μετά τη λειτουργία έστηναν πάλι  χορό στο προαύλιο της εκκλησίας με τα γνωστά γιορτινά τραγούδια. Μετά ,το κάθε κορίτσι έπαιρνε  τον κλήδονά του, μοίραζε τα κορόμηλα στη γειτονιά, ιδιαίτερα σε κορίτσια που δεν είχαν κάνει δικό τους κλήδονα. Τα κορόμηλα αυτά τα έβαζαν πριν κοιμηθούν κάτω από  το προσκέφαλο για να ονειρευτούν τον εκλεκτό της καρδιάς τους Τα «Κλήδονα» λειτουργούσαν ως μέσο μελλοντικής αποκατάστασης των κοριτσιών και ίσως για αυτό το λόγο, τα τοποθετούσαν στο «σκούλο» που όπως γνωρίζουμε  έμπαινε συνήθως στο φλάμπουρο και στα στέφανα του γάμου. Την ίδια περίπου ημέρα άρχιζε και ο θερισμός των σπαρτών στο τόπο μας.

Τα «Κλήδονα» είναι και ένα είδος λαϊκού μαντέματος. Την παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιάννη  ανάβονται φωτιές και καίγονται τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς. Εκεί μαζεύονται άνδρες ,γυναίκες και παιδιά, προπαντός νέοι και νέες ανύπαντροι Σε αυτό ακριβώς το σημείο, μέσα σε μία φτήνα (πήλινο αγγείο), ρίχνονται από τα κορίτσια διάφορα αντικείμενα (δαχτυλίδια, βραχιόλια, σκουλαρίκια ), νερό, λίγα αρωματικά λουλούδια και το κλείνουν για αρκετή ώρα. Όταν η  φωτιά σβήσει, τραβούν από το αγγείο με σειρά τα αντικείμενα που έριξαν, ενώ μία  ηλικιωμένη γυναίκα λέει διάφο- ρα λόγια δηλ «στιχάκια». Με σειρά επαναλαμβάνεται αυτό και από άλλες γυναίκες. Την ώρα που οι νέες τραβούν το αντικείμενο, λέγεται κάποιο στιχάκι, που αντιστοιχεί στη κίνηση  της  θεωρώντας ότι το περιεχόμενο από το στιχάκι θα γίνει πραγματηκό- τητα.

Το έθιμο αυτό που μας έρχεται από τα βάθη των αιώνων και ιδιαίτερα από την εποχή του Βυζαντίου, περιγράφεται με μεγάλη λεπτομέρεια, από τον Ιεράρχη και συγγραφέαΘεόδωρο Βαλσαμών «Κατά την εσπέραν της 23ης Ιουνίου, συνηθροίζοντο είς στενωπούς  ή οικίας των οποίων τας εισόδους και τα δωμάτια εκόσμουν με πολιτελείς  πέπλους και φύλλα δένδρων, συνήθροίζοντο λοιπόν άνδρες και γυναίκες και εστόλιζον νύμφην κοράσιον. Έπειτα αφού συνεποσίαζοντο και έψαλλον, έθετον  εντός του αγγείου έκαστος από έν αντικείμενον και ηρώτων, αν θα συμβή το δείνα  η δείνα ευχάριστον ή δυσάρεστον»  .

-Τ’Αη-Λιά . Το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στο βόρειο μέρος του χωριού, στο καταπράσινο λόφο του Μετεριζιού ,σε υψόμετρο 1381 μέτρα εκεί που ήταν τα πρώτα  σύνορα του Ελληνικού Κράτους μετά  την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881.Δίπλα του βρίσκεται το αιωνόβιο δάσος της Οξιάς ,δροσερό και σκιερό κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου. Μετά τη Θεία Λειτουργία και την αρτοκλασία στήνεται χορός από άνδρες και γυναίκες με τραγούδια  ειδικά για τη περίπτωση. Ένα ωραίο έθιμο που επικρατεί μέχρι και σήμερα είναι το κοινό φαγητό,  προσφορά συγχωριανού, που έχει κάποιο «τάμα» στον Άγιο  ή προσωπική γιορτή. Εκείνο που αξίζει να σημειώσω  είναι ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι τσοπάνηδες παίρνουν μέρος στη γιορτή προσφέροντας αφειδώς ξινόγαλο ,φρέσκο τυρί και πίτες προς τιμή του Αγίου που βρίσκονται πάντα κοντά του αφού έχουν τα κοπάδια τους δίπλα από το  μικρό και απέριττο εκκλησάκι του.

  1. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ «Της Παναγιάς» 

Κοίμηση της Θεοτόκου, πανηγύρι του χωριού.

Με ιδιαίτερη χαρά αλλά και με αίσθημα μεγάλης  τιμής προς τη Μητέρα όλων, γιορτάζεται στο χωριό μας «Το Πάσχα του Καλοκαιριού» . Από τη 1η Αυγούστου οι κάτοικοι του χωριού νηστεύουν για να μεταλάβουν την ημέρα γιορτής της «Κυρίας των Αγγέλων» στις 15 Αυγούστου Τη συγκεκριμένη ημέρα γιορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, τη μετάσταση δηλαδή της Παναγίας από την γη εις τα ουράνια σκηνώματα. Σε όλη  την Ελλάδα γιορτάζεται με ειδική τιμή η  μνήμη της Παναγίας μας και έχουν την ονομαστική γιορτή τους οι:

Ονομαστική γιορτή τον 15 Αύγουστο έχουν οι : Παναγιώτης, Πάνος, Πανούσης, Παναγής, Πανάγος, Γιώτης, Τάκης, Πανίκος, Παναγιώτα, Γιώτα, Παναγιούλα, Γιούλα, Παναγούλα, Νάγια

Δέσποινα, Δέσπω, Ντέπη, Πέπη, Ζέπω

Μαρία, Μαργέτα, Μαριέττα, Μαργετίνα, Μάρω, Μαριώ, Μαριωρή, Μαρίκα, Μαριγώ, Μαριγούλα, Μαρούλα, Μαρίτσα, Μανιώ, Μαίρη, Μαρινίκη, Μιρέλλα, Μυρέλλα, Μάνια, Μάρα, Μαράκι, Μάριος Γεσθημανή, Ιεσθημανή

Θεοτόκης, Θεοτοκία Μαριάντζελα Μαρινέλα Ελώνα, Ελλώνα, Ελόνα Ηλιοστάλακτη

Καθολική Κρυστάλλω, Κρουστάλλω, Κρουστάλω, Κρυσταλία, Κρυσταλλία, Κρουσταλένια Πρέσβεια, Πρεσβεία Συμέλα, Σιμέλα, Σουμελα.

Την παραμονή γίνεται στην εκκλησία μας  ο μεγάλος εσπερινός, ακολουθεί η αρτοκλασία  και η περιφορά της Αγίας εικόνας Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τα καταστήματα οργανώνουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την παραμονή της γιορτής, την διασκέδαση συγχωριανών και επισκεπτών στην πλατεία του χωριού μας με  καλή ζωντανή  μουσική και χορό έως τα ξημερώματα. Ανήμερα της γιορτής γίνεται η θεία λειτουργία ακολουθεί αρτοκλασία και μετά το πέρας της καθιερωμένης αυτής γιορτής, ακολουθεί ανόργανος παραδοσιακός ειδικός για τον Δεκαπεντάυγου- στο χορός στην πλατεία του χωριού με παραδοσιακά πανηγυριώτικα τραγούδια όπου παίρνουν μέρος άνδρες γυναίκες παιδιά. Ακούγονται σπουδαία τραγούδια από καλλίφωνους συγχωριανούς μας, χορεύονται με πραγματική τέχνη οι ειδικοί τοπικοί για την περίπτωση χοροί  και στο τέλος αυτής της πολιτιστικής παρουσίασης οι συμμετέχοντες εύχονται με τον πατροπαράδοτο τρόπο χρησιμοποιώντας τις ίδιες εκείνες γνωστές σε εμάς λέξεις. « Άιντε, χρόνια πολλά και του χρόνου να είμαστε γεροί να ξαναγιορτάσουμε και να ξανατραγουδήσουμε την Παναγίτσα μας. Του χρόνου νάμαστε καλά και νάμαστε πίσω εδώ. -Χρόνια  πολλά  Μαρία μια και γιορτάζ να μας περιμένς  θαρθούμε να σε κουλιουμπήσουμε, τάκξεις;- ναι μα θεια θα σας καρτεράω …»   .

Παλιότερα την παραμονή της γιορτής άρχιζε ο ερχομός των πανηγυριωτών με άλογα, μουλάρια, γαϊδουράκια,  όμορφα στολισμένα με κεντητά ειδικά για τέτοιες εκδη- λώσεις «κιλίμια» και καλύμματα σαμαριού.  Οι ίδιοι έμειναν φιλοξενούμενοι σε σπίτια συγγενών και φίλων όπως ήταν και παραμένει ακόμη το έθιμο. Ο ερχομός συνεχιζόταν αδιάκοπα μέχρι την ημέρα της γιορτής. Την  παραμονή δε γινόταν  γλέντι  αλλά  μεγάλες προετοιμασίες για τη μετάληψη των «Αχράντων Μυστηρίων» εκ μέρους των πιστών για  τον εορτασμό της Παναγίας. Υπήρχε και το έθιμο της αγρυ πνίας  ιδιαίτερα από τις άτεκνες μητέρες και από εκείνες που έχασαν παιδιά κατά το στάδιο της εγκυμοσύνης οι οποίες ξενυχτούσαν μέσα στο Ναό  ανάβοντας τα καντήλια των Αγίων προσεύχοντας ,θυμιατίζοντας και παρακαλώντας την Παναγία για το θαύμα .

Την ημέρα της γιορτής ακολουθούσε μεγαλοπρεπή λειτουργία στην εκκλησία με αρτοκλασία, «σήκωναν το ύψωμα» (πρόσφορο και κρασί)  και μετά την απόλυση άρχιζε  χορός με τραγούδια «πανηγυριώτικα» ειδικά για τη γιορτή και το καλοκαίρι. Πρώτος έσερνε το χορό ο παππάς του χωριού, ακολουθούσε ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο Αστυνόμος ,οι μεγάλες γυναίκες ,οι έγκυες, οι νιόπαντρες  σε σημείο που η διασκέδαση αυτή έπαιρνε μορφή Παμαυρελίτικου ξεσηκωμού που διαρκούσε μέχρι την 16η του μηνός το βράδυ, όπου τελείωνε και το πανηγύρι. Την ίδια ημέρα γίνονταν γνωστοί οι αρραβώνες  και τα συνοικέσια πολλών ζευγαριών τα οποία έπαιρναν μέρος στην διασκέδαση για επιβεβαίωση του  γεγονότος.

Το έθιμο της πλειοδοσίας.  Στο τέλος της λειτουργίας το εκκλησίασμα έβγαινε στο προαύλιο της εκκλησίας για τη καθιερωμένη αρτοκλασία. Προτού αρχίσει η διαδικασία   ο ιερέας συνεπικουρούμενος και από τους εκκλησιαστικούς επιτρόπους (όπως ήταν το έθιμο), έπαιρνε στο χέρι του την εικόνα Κοιμήσεως της Θεοτόκου και με δυνατή φωνή έλεγε: «Ποιος θέλει να κρατήσει την Άγια εικόνα της Παναγίας να μας πει τι προσφέρει για την εκκλησιά» .Οι ενδιαφερόμενοι προσέφεραν  φωναχτά το είδος που είχαν και το οποίο δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μερικές οκάδες  «γέννμα» (σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι) ή κάποιο ζώο του κοπαδιού. Εκείνος που θα προσέφερε τη  μεγαλύτερη προσφορά θα έπαιρνε την εικόνα (έχοντας  την ευλογία της)  και οι προσκυνητές θα περνούσαν με σειρά να την ασπαστούν. Το γεγονός αυτό όσο και εάν φαίνεται περίεργο στην εποχή μας, είναι άκρως δικαιολογημένο και ανάγεται στην προσφορά των πιστών για στήριξη και βοήθεια της  φτωχής εκκλησίας του χωριού που δεν είχε πηγές  είσπραξης και δυνατότητα συντήρησης .

«Πιρπιρούνα». Πρόκειται , θα έλεγα, για έθιμο που λειτουργεί αναγκαστικά σε στιγμές λειψυδρίας. Πολλές φορές το καλοκαίρι ο τόπος μας διψά στη κυριολεξία για νερό. Αφού πρώτα εξαντληθούν  όλα τα περιθώρια αναμονής και η βροχή παραμένει ανύπαρκτη, τα νέα κορίτσια του χωριού παίρνουν την πρωτοβουλία και στολίζουν ένα  κορίτσι «Πιρπιρούνα» (συνήθως ορφανό). Το ντύνουν με κλαδιά δένδρων και διάφορα λουλούδια  περνώντας από  κάθε νοικοκυριό τραγουδώντας και το Θεό παρακαλώντας να βρέξει.  « Πιρπιρούνα  περπατεί το  Θεό παρακαλεί: Θεέ μου ρίξε μια βροχή, μια βροχή μα σιγανή  να φυτρώσουν τα σπαρτά, τα σπαρτά και τα φυτά ή τα δέντρα». Οι νοικοκυρές πάντα έτοιμες προσφέρουν μικρά δώρα στη συντροφιά των κοριτσιών. Πολλές φορές ιερέας και «Πιρπιρούνα», βρίσκονται στο δρόμο για τον ίδιο σκοπό περιμένοντας το θείο δώρο ,τη βροχή για τα άγονα και ξηρά από λειψυδρία χωράφια τους.

    

Καλοκαιρινά Τραγούδια Μαυρελίου

 

ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ κόρη  

Μάνα με κακοπάντρεψες και μ’ έδωσες στους κάμπους.

Εγώ το κάμα δεν βαστώ, νερό ζεστό δεν πίνω.

Εδώ τρυγόνα δε λαλεί κι ο κούκος δεν το λέει.

Το λέει μια Μαυρελίτισσα μια Μαυρελιωτοπούλα.

Που’ έχ’ άντρα στην ξενιτιά και γιο ξενιτεμένο.

Ποτέ να μην τους καρτερεί, να μην τους πάντεχαίνει.

 

ΣΑΛΑΜΠΡΙΑ

Η Σαλαμπριά κατέβασε με ήλιο με φεγγάρι.

Φέρνει δέντρα, φέρνει κλαριά, δέντρα ξεριζωμένα

φέρνει και μια γλυκομηλιά, με μήλα φορτωμένα,

κι απάνω στα κλωνάρια της δυο ’δέρφια γκαλιασμένα

Το ένα με τ’ άλλο έλεγε, το ’να με τ’ άλλο λέει —

Τσακώσ’ καλά, διρφούλη μου, να μην ξεχωριστούμε

 

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

Πάνω στα πέντ’ αλώνια, κοντά στο χάραμα

παίζουν παλικαράκια, παίζουν και γέροντες

και ρίχνουν τα σπαθάκια τον ανήφορο και

πέφτ’ ένα σπαθάκτ, ένα λαμπρό σπαθί

και βάρεσε το Γιάννη, το Γιάννη τον περήφανο.

 

ΟΡΚΙΣΤΗΚΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΕΙ

Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα ποτέ μην τραγουδήσω

και τώρα για τους φίλους μου, για τους αγαπημένους

θα πω τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο, θα κάνω

τα βουνά να κλαίν’ τα δέντρα να ραγίζουν θα κάνω

και τη μάνα μου να σκούζει να θρηνιάζει.

 

ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ.

Ενα πουλί θαλασσινό κι ένα πουλί βουνίσιο

μη με μαλώνεις σταυραΐτέ, καημένε Χαραλάμπη.

Εγώ πουλί δεν κάθομαι, στον τόπο σας να 2ήσω.

Αν κάτσω Μάη και Θεριστή, κι όλο τον Αλωνάρι

και αν πάρω κ’ σπ’ τον Αύγουστο, για πέντε δέκα μέρες

 

ΤΟΥ ΛΑΒΟΜΕΝΟΥ — Θέρο —

Νύχτωσ’ παιδιά μ’ και σήμερα, πάει και τούτ η μέρα.

Σύρτε παιδιά μου για ψωμί, ψωμί να φάτε βράδι,

Και πάρτε και γλυκό κρασί ’π’ το μέγα μοναστήρι

να πλύνω τα λαβώματα που μ’ έχουν λαβωμένο.

Πικρό παιδιά μ’ το λάβωμα, φαρμάκι το μολύβι.

 

ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ — Θέρο —

Θέλ ’τε δέντρα ν’ ανθίζετε, θέλ’ τε να μαραθείτε.

Στον ίσκο σας δεν κάθομαι, στη ρίζα δεν πλαϊάζω,

μόν’ καρτερώ την άνοιίζηι κι αυτό το καλοκαίρι

να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά ν’ ανθίζουνε τα δέντρα;

να βγουν βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι βλαχοπούλες.

να βγω κι εγώ κλεφτόπουλο να πάρω μια βλαχοπούλα.

 

ΤΟΥ ΚΑΡΑΛIΒΑΝΟΥ

Σιαποΰ νά κάν’ ο έρημος, αιαπού να πάω μαύρος

Να κάνω κατ’ τον Όλυμπο φοβάμ’ από τα χιόνια.

Να πάω κατ’ τον Κίσσαδο φοβάμαι τους Κονιάρους

και πάλι πίσω γύρισα, πίσω στην Πατρίδα και πάλι

πίσω γύρισα, στον έρημο τον τόπο. Βρίσκω λημέρια

κλέφτικα, παλιά, χορταριασμένα Με πήρε το παράπονο

κι άρχισα να κλαίω. Φεύγουν τα δάκρυα σα βροχή,

φεύγουν τα: δάκρυα, φεύγουν

Ο αέρας τα τινάζει τα πλατανόφυλλα Θεός να φυλάει τα Ελληνόπουλα.

 

ΤΟΥ ΝΤΕΑΗ ΠΑΠΑ

Από μικρός στα· γράμματα, μικρός στα πινακίδια

και τώρα που μεγάλωσε αρματολός και κλέφτης.

Όλα· τα’ κάστρα· πάτησε κι όλα τα μοναστήρια

μόν’ του Βαρλάμι· το κελί δεν μπόρ’ σε να πατήσει.

 

ΤΟΥ ΓΙ ANNOY

Σήκωσ’ πάνω Γιάννου μου και μη βαριοκοιμάσαι.

Βρέχ’ ο ουρανός και βρέχεσαι, χιονίζει και κρυώνεις

θα σε βραχούν τα άρματα και τα χρυσά κουμπιά σου

και τ’ ασημένιο το σπαθί (τ’ ασημοκαπνισμένο)

Αέρας τα τινάζει τα οζυύφυλλα Θεός να τα φυλάει τα·

Χασιωτόπαιδα.

 

ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ 

Σηκώνομαι πρωί – πρωί, τρεις ώρες πριν να φέζει.

Παίρνω νερό κίον νήβομαι και Βάζω τ’ άρματά μου

Και παίρνω το τουφέκι μου (και παίρνω τ’ άρματά μου).

Ακούω τ’ αηδόνια να λαλούν και τα κλαριά να’ Βάζουν.

Βλέπω το χάρο που ’ρχονταν στο άλογο καβάλα·

 

ΤΟΥ ΦΏΤΗ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑ

Στις Αλασσόνος τα χωριά Φώτης Γιαγκούλας

πέρασε και δεν μας καλημέρισε.

Τ’ αρνιά Βελάζουν στο μαντρί

κι  ο Φώτης άργησε ναρβεί.

 

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ

Μάνα μ’ δε θέλω κλάματα, δάκρυα κα’ΐ μοιρσλόγια.

Εμένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαιν τα χελιδόνια.

Με κλαιν κι on νύφες του παππά, (Με κλαιν oil· μαυρομάτες)

Η μια με κλαίει το νιάτα μου, η άλλ’ τη λεβεντιά μου

κι η τρίτη η μικρότερη στέκει και καμαρώνει.

(Βρε Λεωνίδα μου).

 

ΤΟΥ ΝΤΑΒΕΛΗ Η ΜΑΝΑ

Μια βλάχα μια παλιόδλαχα και του Νταβέλη μάνα,

πέτρα την πέτρα περπατεί, λιθάρι το λιθάρι, να μη

τη σ’ κώσ’ ο κουρνιαχτός και τη μαράν’ ο ήλιος.

Να με λερώσ’ η φούστα της και τ’ άσπρο της ζουνάρι.

 

ΤΗΣ ΒΑΣΩΣ — Θέρου —

Δεν είναιΐ κρίμα κι άδικο, δεν είναι αμαρτία

να μείνει η Βάσω σ’ ερημιά, σε κλέφτικο λημέρι,

να στρώνει βάτια στρώματα, φτέρες προσκεφαλάκια;

Κι ο Θυμιος γάκης στο πλευρό, κρυφά την κουβεντιάζει

Σήκω Βααίλω μ’ έφεξε και πάει η Πούλια γιόμα, σήκω ν’

ανάψεις τη φωτιά, ν’ ανάψεις το τσιγάρο,σήκω να φκιάσες

τον καφέ, το Θύμιο να κεράσεις.προτού να  ξημερώσει.

 

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

Κάτω στα πέντε αλώνια και στα γαλανά παίξουν παλικαράκια,

παίξουν κι Ρωμιοί και ρίχνουν τα σπαθάκια, τον ανήφορο

και πέφτει ένα σπαθάκι, ένα λαμπρό σπιαθί και βάρεσε το Γιάννη

τον περήφανο Τούρκοι τον τρουϊρίζουν και Ρωμιοί τον κλαιν

και δυο μοιρολογίστρες τον μοιρολογούν —

Γιάννη μ’ νά ’χες μάνα, νά χες κι αδελφή νά ’χες καλή γυναίκα

ν’ άρθει να σε δει Τόν λόγο δε απούπαν, δεν απόσωσαν μόν’ να

η μάνα του Γιάννη, να κι η αδελφή’ με δυο παιδιά στα χέργια,

κι άλλο πο κοντά —Δεν σ’ έλεγα γω Γιάννη, δε σ’ ορμήνευα

οτους χίλιους να μης πας και στους εκατό; Δεν ήταν χίλιοι

μάνα μου δεν ήταν εκατό μον’ ήταν τρεις χιλιάδες κι ήμουν μοναχός.

 

ΜΑ ΓΕΝΟΥ  ΑΣΗΜΟΚΟΥΠΑ — Θέρο —

Ο ήλιος εβασίλεψε κάτω στα λιβαδίτσια κι εγώ κορίτσι

διάλεγα από τ’ άλλα τα κορίτσια.

Δεν σ’ ήξερνα, λεβέντη μου, πως διάλεξες εμένα,

να γένου γης να με πατήσ’ς, γεφύρι να’ περάσεις, να γένω

κι ασημόκουπα να πίνεις το νερό σου.

Εσύ να πίνες το νερό κι εγώ να λάμπω μέσα

 

Χρήστος Δ Χλωρός 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.