Καλαμπάκα – Το επάγγελμα του πλανώδιου Γανωματή

Συνεχίζει και στις μέρες μας να υπάρχει το επάγγελμα του πλανώδιου γανωματή ή γανωτζής όπως λέγεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι).

0 44

Συνεχίζει και στις μέρες μας να υπάρχει το επάγγελμα του πλανώδιου γανωματή ή γανωτζής όπως λέγεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι).

ganomatis3Συνεχίζει και στις μέρες μας να υπάρχει το επάγγελμα του πλανώδιου γανωματή ή γανωτζής όπως λέγεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι). 

Έναν πλανώδιο Γανωματή συναντήσαμε το μεσημέρι της Πέμπτης στην οδό Μετεώρων ο οποίος με τα σύνεργά του έκανε την δουλειά του και παράλληλα επίδειξη της δουλειάς, που παρά την θερμοκρασία σταμάτησαν αρκετοί για να δούν τι ακριβώς κάνει.

Ο πλανώδιος γανωματής όπως μας είπε, έχει καταγωγή από το εξωτερικό και κάνει χρόνια αυτή τη δουλειά με την οικονομική κρίση να κάνει πιο επιτακτική την εμφάνισή του… 

Κι όπως πάει σίγουρα θα δούμε στο δρόμο και άλλα επαγγέλματα που είχαμε ξεχάσει…

Και αφού κάναμε αναφορά στον γανωματή ας μάθουμε μερικά πράγματα για το επάγγελμα όπως τα βρίκαμε στο διαδίκτυο:

Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει χάλκινα σκεύη με κασσίτερο (καλάι), ο κασσιτερωτής= καλαϊτζής. Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια,τα πηρούνια κλπ.

Η φωνή του πλανόδιου γανωτή, τραχιά και δυνατή θα αντηχεί ακόμη στα αυτιά όσων τους πρόλαβαν «Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωωω! Γανωωωτής», μα δεν ακούγεται πια στις γειτονιές της Αθήνας. Στις αρχές του 20ού αι. ο γανωτζής κουβαλούσε στην πλάτη του τα απαραίτητα εργαλεία και περπατώντας φώναζε και καλούσε τις νοικοκυρές να του φέρουν τα είδη που χρειάζονταν γάνωμα. Έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο. Αφού καθάριζε καλά τo σκεύoς, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Ζητούσε και από νοικοκυρά του σπιτιού μια λεκάνη με κρύο νερό, στην οποία βουτούσε το σκεύος, που γάνωσε και λαμπύριζε στον ήλιο.

Το επάγγελμα αυτό συνδέεται κυρίως με τους Τσιγγάνους και αποτελεί ένα από τα παραδοσιακά τους επαγγέλματα. Οι γανωτές αναζητούσαν πελάτες στις γειτονιές της πόλης ή του χωριούι.

Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο.

Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται επικασσιτέρωση. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες στην επαρχία, που υποαπασχολούνται αφού τα εναπομείναντα χρηστικά χάλκινα σκεύη είναι ελάχιστα και τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούμε πια είναι ανοξείδωτα βιομηχανικά προϊόντα.

Η λέξη γανωτής προέρχεται από το ρήμα ΓΑΝΩΝΩ και μάλιστα από το αρχαίο ρήμα ΓΑΝΩ = δίνω λάμψη…

Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει. .

ganomatis2ganomatis3

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.