Ηρακλής Φίλιος: Ζωηφόρο σώμα ή σταυρωμένο πτώμα;

Ο τίτλος φέρνει στην επιφάνεια αφενός μεν το πώς του τρόπου θεώρησης του σώματος στη φιλοσοφία και στη θεολογία,

0 284

Ο τίτλος φέρνει στην επιφάνεια αφενός μεν το πώς του τρόπου θεώρησης του σώματος στη φιλοσοφία και στη θεολογία,

Ο τίτλος φέρνει στην επιφάνεια αφενός μεν το πώς του τρόπου θεώρησης του σώματος στη φιλοσοφία και στη θεολογία,  αφετέρου δε εκφράζει δύο αντίθετες θέσεις, της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολικής εκκλησίας και της σύγχρονης αθεΐας.

Η δεύτερη θέση αφορά τον ισχυρισμό του σύγχρονου Γάλλου φιλοσόφου Michel Onfray, την οποία διατυπώνει στο βιβλίο του «Η αναζήτηση των ηδονών. Δημιουργία ενός ηλιακού ερωτισμού».

Έχω την αίσθηση πως η σύγχρονη αθεΐα υιοθετεί σκληρή γλώσσα απέναντι στο μυστήριο του Θεού. Απέναντι στον σεσαρκωμένο Λόγο και σε κάθε φανέρωση της Τριαδικής δόξας, την οποία αδυνατεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Γράφει λοιπόν ο Onfray στο βιβλίο του: «Πραγματικά πως μπορεί να δημιουργηθεί ένα όραμα για τον κόσμο με βάση τη λατρεία ενός σταυρωμένου, ακρωτηριασμένου, πληγωμένου, ταπεινωμένου, κατακομματιασμένου πτώματος…

Ένας νεκρός που μετατράπηκε σε έμβλημα ζωής… Ζούμε στη σκιά του καταραμένου σταυρού. Και το σώμα μας αναδίδει ακόμα τη νεκρική μυρωδιά του πτώματος ενός μύθου – αν όχι του μύθου ενός πτώματος –… Ο χριστιανισμός αρνήθηκε το σώμα, τα σώματα, δόξασε το άρρωστο ακρωτηριασμένο, βασανισμένο εξευτελισμένο σώμα∙ απόλαυσε το μαρτύριο».

Ο Onfray προτάσσει τον ηλιακό ερωτισμό αντί του μυστηρίου του σταυρού. Πόσο άφωνοι θα έμεναν οι Nietzsche, Sartre, Camus ενώπιον αυτής της χυδαιότητας; Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη άρνηση στο σώμα, την απόλυτη αδυναμία σύλληψης της σαρκωμένης αγάπης, τον εξευτελισμό της θέωσης του ανθρώπου ως προσώπου διφυούς κατά Γρηγόριο Νύσση.
Ανάλογη σκληρότητα διέπει το έργο του Onfray «Πραγματεία περί αθεολογίας» και φυσικά από την καταδίκη του χριστιανισμού δεν είναι δυνατόν να απουσιάσουν οι Richard Dawkins, Sam Harris, Christopher Hitchens.

Γενικά ομολογώ πως το πρόβλημα της σύγχρονης αθεΐας έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και αφορά την πανάρχαια συνήθεια υποτίμησης του σώματος. Οι θέσεις του Onfray κρύβουν μέσα τους ένα μίσος απέναντι στο σώμα, μία εχθρική στάση απέναντι στην προοπτική που εκείνο έχει να συνεχίσει να υπάρχει στο επέκεινα ως αγιασμένο.

Είναι γνωστό πως ο μανιχαϊσμός, ο γνωστικισμός, ο νεοπλατωνισμός υποτίμησαν το σώμα, εν τέλει την ύλη. Αυτό περνάει μέσα από το έργο του Onfray και της σύνολης αθεΐας, η οποία δεν θέλει να δεχτεί την αρνητική φύση, την αδυναμία στο ανθρώπινο σώμα. Το ομολογεί αυτό ο Feuerbach λέγοντας πως «η χριστιανική θρησκεία είναι τόσο λίγο υπερανθρώπινη, ώστε η ίδια να καθαγιάζει την ανθρώπινη αδυναμία». Εξ’ ου και ο νιτσεϊκός «υπεράνθρωπος» και το αίτημα για «μεταξίωση των αξιών».

Επανερχόμενος στην αρχαία φιλοσοφική θεώρηση του σώματος, εν γένει της ύλης, ο Πλάτωνας το χαρακτήριζε «σήμα» δηλαδή «τάφο» της ψυχής και θεωρούσε ως άνθρωπο μόνο την ψυχή, ενώ ο Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί για την ψυχή και το σώμα τον όρο «συναμφότερον».

Όσον αφορά τον νεοπλατωνισμό ο Πλωτίνος ντρεπόταν για το σώμα του, το οποίο ονόμαζε είδωλο. Στις «Εννεάδες» συνδέει την ύλη με το κακό σημειώνοντας πως κάποιες ψυχές χάνουν το είναι τους αφού εγκλωβίζονται μέσα στην ύλη (εν. στα σώματα) και βυθίζονται στη λήθη. Μάλιστα ο μαθητής του, νεοπλατωνικός Πορφύριος υιοθετώντας στο έπακρο την ανθρώπινη λογική στο έργο του «Κατά Χριστιανών» αμφισβητεί την ανάσταση των σωμάτων αφού κατά τον ίδιο «δεν τα μπορεί όλα ο Θεός». Επίσης ο γνωστικισμός υποτίμησε το σώμα και θεώρησε την ύλη κατώτερη του πνεύματος. Μάλιστα δίδασκε το «δοκητισμό» σύμφωνα με τον οποίο ο Χριστός δεν είχε φυσικό σώμα και η σταύρωση δεν ήταν υλική. Ο μανιχαϊσμός δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από την υποτίμηση του σώματος. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός στον υπέροχο διάλογο δογματικής φύσης μεταξύ ορθοδόξου και μανιχαίου που περιλαμβάνεται στο «Κατά Μανιχαίων» σημειώνει τα εξής λόγια του μανιχαίου: «ο αγαθός θεός ζωή… ενώ η ύλη κακία».

Απέναντι στον εξευτελισμό και στην υποβάθμιση του σώματος απαντάει ο «άθεος» Nietzsche που στη «Γενεαλογία της Ηθικής» θα πει πως ο άνθρωπος κακώς «δαιμονοποίησε την οδύνη ταυτίζοντάς την με την τιμωρία». Ο δε απόστολος Παύλος γράφει το καταπληκτικό και ασσύληπτο πως «το σώμα είναι ναός του Αγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ. 6, 19). Ακόμη και ο στηλιτευτικός Feuerbach που επιτίθεται στη θεολογία του χριστιανισμού, γράφει στην «Ουσία του Χριστιανισμού» ότι ο «άνθρωπος πρέπει να ιδιοποιηθεί το πάθος του Χριστού και πως το πάθος είναι η βάση της λύτρωσης». Αυτό λοιπόν το «κομματιασμένο» σώμα κατά Onfray βιώνει τον πόνο στον σταυρό, άρα και μέσα από το πάθος την «αδυναμία της σάρκας» όπως λέει ο Κλήμης Αλεξανδρεύς.

Η σύγχρονη αθεΐα εμφορούμενη από τις τάσεις «καθαρότητος» (όπως και στην περίπτωση του Νεστορίου που δεν δεχόταν ότι μία άνθρωπος η Παναγία μπορεί να γεννήσει τον Θεό) δεν δέχεται ως νικητή του θανάτου ένα σώμα που έχει ταλαιπωρηθεί και δεν έχει τη δύναμη να κατατροπώσει τους εχθρούς του. Γι’ αυτό υποτιμά τον Εσταυρωμένο. Επειδή ακριβώς στην πλατωνική, νεοπλατωνική, γνωστική, μανιχαϊστική αντίληψη το σώμα είναι κατώτερο της ψυχής. Επομένως κατά Onfray το σταυρωμένο «πτώμα» αδυνατεί να θέσει τις βάσεις ενός οράματος, πόσο δεν μάλλον να το ενσαρκώσει.

Αυτό όμως το σώμα δεν είναι ένα τυχαίο σώμα. Είναι το σώμα του Θεανθρώπου, ο οποίος «έδωσε την ψυχή Του λύτρο και αντάλλαγμα» (Μαρκ. 10, 45) για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την αμαρτία και να νικηθεί ο θάνατος μέσα από τον θάνατο του Χριστού. Με το αίμα Του, το σώμα «εξαγόρασε την κατάρα του νόμου» (Απολυτίκιο Όρθρου Μ. Παρασκευής). Αυτό δεν το διανοείται η ανθρώπινη νόηση που αδυνατεί να δεχτεί την πραγμάτωση της νίκης από ένα ταπεινωμένο σώμα∙ από έναν «νεκρό αθάνατο» (Κάθισμα Όρθρου Μ. Σαββάτου).

Για τον άνθρωπο των πνευματικών αισθητηρίων, ήτοι του ορθόδοξου ανθρωπισμού το σώμα του Θεανθρώπου στο σταυρό είναι το ζωοποιό σώμα που αναστήθηκε, «καταπάτησε το θάνατο, κατήργησε το διάβολο και χάρισε ζωή στον κόσμο» (Ευχή Ακολουθίας εἰς κεκοιμημένους).

Ο ορθόδοξος πολιτισμός κατά Σωφρόνιο Έσσεξ συνίσταται ακριβώς στο Σύμβολο της Πίστεως. Τοιουτοτρόπως τα θεολογικά γράμματα μαρτυρούν περί του μυστηρίου του Θεού όπως αυτό αποκαλύφθηκε με τη Σάρκωση και την Ανάσταση Του: «Τόν δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπέρ ἡμῶν ἐπί Ποντίου Πιλάτου καί παθόντα καί ταφέντα. Καί ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς».

Ηρακλής Φίλιος
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.