Ηρακλής Φίλιος: Η απώλεια του μυστηρίου στην εκκλησία – Το παράδειγμα του «απόρρητου έρωτα»

Στη φυσική της έκφραση και έκφανση η Εκκλησία ως ασώματο σώμα που σωματούται στο μυστήριο

0 54

Στη φυσική της έκφραση και έκφανση η Εκκλησία ως ασώματο σώμα που σωματούται στο μυστήριο

Στον αγαπητό μου φίλο καθηγητή Φιλοσοφίας στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης
π. Παντελεήμονα Μανουσάκη για τη στήριξη του στη διαμόρφωσης της σκέψης

Στη φυσική της έκφραση και έκφανση η Εκκλησία ως ασώματο σώμα που σωματούται στο μυστήριο  που την «κάνει’ να υπάρχει γι’ αυτό που είναι και γίνεται δεν χάνει κάθε αγαθό στοιχείο της. Η αλλοίωση αφορά την αντι – εικόνα της φύσεως που έχει μέσα της την υπόσταση του πρωτότυπου.

Κι αν δεν χρειάζεται μία χαϊντεγκεριανή φιλοσοφική σκέψη για να επινοηθεί ο κατάλληλος όρος που την κάνει να είναι αυτό που είναι και να γίνεται αυτό που είναι εξ αρχής, το μυστήριο ως άδηλος όρος που γοητεύεται από το αποφατικό του τρόπου μετάδοσης αποβαίνει καταλυτικά στη σύνολη αντίληψη της φύσεως της ως κάτι που δεν είναι αλλά γίνεται για να είναι και να βιωθεί πάνω απ’ όλα.

Στη φυσική ροή των γεγονότων, στη φυσική κατάσταση των πραγμάτων, η αλήθεια τους σχετίζεται με την κατεξοχήν κάθε φορά υπάρχουσα κατάσταση. Το Α όταν υπό κατάλληλες συνθήκες φθοράς μεταβάλλεται σε Β, θυμίζει την αρχική εικόνα αλλά δεν γίνεται η αρχική εικόνα. Στην Εκκλησία δεν υφίσταται καμία σχηματική σχέση και κατάσταση.

Το ψωμί γίνεται Σώμα και το κρασί Αίμα. Αν τολμήσω να γράψω σχηματικά και περιγράψω αισθητικά την οποιαδήποτε σχέση πραγμάτων ή εννοιών, δεν θα αποφύγω ούτε τον George Berkeley, ούτε τον Άνσελμο Καντερβουρίας, ούτε τον Θωμά Ακινάτη. Κι αν ο πρώτος βασίζει την αντίληψη στην μόνη ύπαρξη των πραγμάτων, ο δεύτερος μέσα από μία προοδευτική συλλογιστική αποδεικνύει με όρους του όντος την ύπαρξη του Θεού, κάτι που πράττει και ο τρίτος αφού προβάλλει πέντε αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού με μία εμμονή στην τελειότητα του (κάτι που σχηματικά αναφέρει και ο Άνσελμος Καντερβουρίας. Η Δύση γι’ αυτό απέτυχε να εγκολπώσει το μυστήριο στην ανθρώπινη φύση. Γιατί έκανε την ανθρώπινη φύση να το αναζητήσει με όρους του όντος και να το περιγράψει. Αυτό αποτελεί ύβρις για τον Θεό, αφού ο δυτικός νους κατηγοριοποιεί την θεία χάρη, την εγκλωβίζει στην αμηχανία του ορισμού ως κάτι που δεν είναι αλλά ως κάτι που γίνεται. Δηλαδή αντικειμενοποιεί το άγιο και το άκτιστο το κάνει οπωσδήποτε κτιστό.

Αν χαθεί η απλότητα έχει χαθεί η ζωή. Αν χαθεί η ζωή έχει χαθεί το μυστήριο του να γίνεσαι Θεός (κατά χάριν). Παρά το γεγονός ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ανέπτυξαν με το πέρασμα του χρόνου (και ιδίως οι Καππαδόκες) μία πιο αναπτυγμένη τριαδολογία, εντούτοις αποφατικά πλησιάζουν τη γέννηση και την ανάσταση. Γνωρίζουν την περατότητα, δεν ερεθίζονται από την απόκρυφη της ουσία αλλά ταπεινά διακονούν τον λόγο και μυσταγωγούν το πνεύμα.

Ο Γρηγόριος Παλαμάς κακώς γίνεται κατεξοχήν η «σημαία» των υπερορθοδόξων και των εξτρεμιστών χριστιανών. Δεν ήταν μόνο ένας υπέρμαχος της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολής, αλλά κι ένας μεγάλος φιλόσοφος. Μας συμφέρει όμως να τον θυμόμαστε ως αντι-παπικό γιατί πασχίζουμε να βρούμε τον λόγο ύπαρξης μας στην αιρετικότητα των άλλων. Σε θέμα όμως οργάνωσης και σε άλλα μακάρι οι ορθόδοξοι να μοιάζαμε έστω λίγο τους Ρωμαιοκαθολικούς.

Ο Γρηγόριος λοιπόν ο Παλαμάς προσπαθώντας να προσεγγίσει το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, τολμάει να πράξει κάτι που τον κάνει να σχοινοβατεί και που δεν τόλμησε κανείς άλλος Πατέρας (κατά τον π. Ιωάννη Meyendorff) να πράξει. Χρησιμοποιεί έναν «απαγορευμένο» όρο για να δηλώσει την αγαπητική σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος (κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι δεν υπάρχει αγαπητικοί σχέση – ας διαβάσουν πως περιγράφουν αυτή τη σχέση ο Γρηγόριος Παλαμάς, Μ. Βασίλειος, ιερός Αυγουστίνος κ.ά.). Χρησιμοποιεί τον όρο «έρωτα». Τον ίδιο όρο που χρησιμοποίησε και ο Μάξιμος Ομολογητής προτρέποντας τους χριστιανούς των πρώτων αιώνων να μην φοβούνται το όνομα του («τὸ τοῦ ἔρωτος ὄνομα μὴ φοβηθῶμεν»).

Έτσι ο Παλαμάς μας λέει για τη σχέση Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος ότι το Άγιο Πνεύμα χαρακτηρίζεται ως «έρωτας απόρρητος» μεταξύ Υιού και Πατρός.

Δεν προέβη σε κάποιο σχήμα ούτε σε θεωρίες Σχολαστικής Θεολογίας. Με όρους έκφρασης δίνουν τη μαρτυρία των σχέσεων των τριών προσώπων, όχι όμως της ουσίας. Μαρτυρία για το πώς υπάρχουν τα τρία πρόσωπα μεταξύ τους και πως αυτή η σχεσιακή υπαρξιακή κατάσταση βοηθά (όχι κατανοείται, γιατί αυτό δεν γίνεται καθώς το μυστήριο ερευνάται αλλά δεν εκλογικεύεται) τους πιστούς στην ύπαρξη τους μεταξύ τους και μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Με τη φράση «απόρρητος έρως» ο Παλαμάς δεν σχετικοποιεί κανένα πρόσωπο, δεν υποβαθμίζει καμία ενέργεια και δεν αναιρεί καμία ιδιότητα.

Γίνεται πλέον φανερό ότι το μυστήριο αν χάσει την απλότητα του, αυτόματα υποβαθμίζει το πώς, το γιατί και το επέκεινα της ανθρώπινης φύσεως. Γιατί η φύση αυτή υπάρχει για να γίνει, να επανακτήσει τη χαμένη δόξα, τη δοξαστική της αναφορά στην εικόνα της δημιουργίας, δηλαδή τον Τριαδικό Θεό. Αν η βίωση γίνει κατανόηση τότε πλέον η οντολογική αναφορά του ανθρώπου είναι αδύνατον να έχει την προοπτική της «αλήθειας» στη μαξιμιανή θεώρηση (σκιά-εικόνα-αλήθεια όπου αλήθεια η «ἡ τῶν μελλόντων κατάστασις» κατά τον Μάξιμο Ομολογητή.

Η Εκκλησία είναι ένα ακατανόητο μυστήριο. Φανταστείτε να μπορούσε να κατανοηθεί. Δεν θα ήταν μυστήριο. Και φυσικά δεν θα ήταν Εκκλησία! Θα μπορούσε να είναι όμως ιδεολογία, ορθοδοξισμός, μανιφέστο, κοινωνικό συμβόλαιο σαν του Rousseau, μα όχι μυστήριο. Και όχι μυστήριο με την αφηρημένη έννοια αλλά με την έννοια της μύησης στα γεγονότα της Ιστορίας της Θείας Οικονομίας. Γιατί η ταυτότητα της είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η χειροτονία και τα άλλα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας έχουν λόγο «ισχύος» όταν ενυπάρχουν στο κατεξοχήν ιερό μυστήριο (ο γάμος για παράδειγμα εσχατολογικά δεν είναι μυστήριο γιατί δεν έχει την αναφορά του στα έσχατα αφού στα έσχατα διαλύεται).

Η απώλεια του μυστηρίου στην εκκλησία χάνεται και όταν δεν αποδίδουμε στη Θεία Λειτουργία τη λαμπρότητα που της αξίζει αν έχει. Γράφει για το θέμα αυτό ο άγιος Γέρων Περγάμου κ.κ. Ιωάννης Ζηζιούλας στο καταπληκτικό βιβλίο του «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον: «Γι’ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι βιώνουμε την Εκκλησία με τρόπους, που πολλές φορές σκανδαλίζουν τους ετεροδόξους. Έχει, παραδείγματος χάριν, η Εκκλησία μας και η Θεία Ευχαριστία μια ιδιαίτερη λαμπρότητα: πολύ φως, λαμπρά άμφια, ωραία ψαλμωδία, ωραίες εικόνες, ωραία χρώματα. Όλα αυτά αποβλέπουν σε έναν σκοπό: στο να απεικονίσουν την Βασιλεία τού Θεού σε μας και να μας κάνουν να την προσευχηθούμε. Κάνουμε, λοιπόν, μεγάλο λάθος, όταν για διαφόρους λόγους (πολλές φορές κακώς νοούμενης ταπεινοφροσύνης και δήθεν απλότητος) αυτά τα πράγματα τα απλοποιούμε και στερούμε έτσι τη Θ. Λειτουργία από την λαμπρότητα που προσέδωσε η Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία διαμέσου των αιώνων. Βιώνοντας, λοιπόν, τη Θεία Ευχαριστία ως Χριστοκεντρική Σύναξη και ως εικόνα της Βασιλείας τού Θεού, της Συνάξεως δηλαδή όλων γύρω από το πρόσωπο τού Χριστού, αποκτά ο Ορθόδοξος πιστός μια ιδιαίτερη εκτίμηση, ευλάβεια και σεβασμό προς τους λειτουργούς της Εκκλησίας, προς αυτούς που εικονίζουν τα Έσχατα, και ιδιαιτέρως προς αυτούς που εικονίζουν το πρόσωπο του Χρίστου, όπως είναι ο Επίσκοπος, που είναι ο κατ’ εξοχήν Προεστώς της Ευχαριστιακής Συνάξεως».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας φιλοσόφησαν τη σοφία του λόγου και το πνεύμα των θείων ρημάτων. Πολλές φορές στους Κανόνες των αγίων που περιλαμβάνονται στα Μηναία, στα πατερικά συγγράματα, στους ύμνους των εορτών των αγίων, η λέξη «έρως» συναντάται «σκανδαλωδώς» συχνά. Δεν είναι τυχαίο. Ο έρωτας ως εννοιολογική πεμπτουσία είναι αυτό που καλλιτεχνικά γράφει ο Μάξιμος Ομολογητής «ἑνωτικήν τινα καί συγκρατικήν ἐννοήσωμεν δύναμιν».

Αυτός ο έρωτας κάνει τον άγιο να έχει θείο έρωτα και να υπομένει τα μαρτύρια.

Αυτός ο έρωτας οδηγεί τον Γρηγόριο Παλαμά να μιλάει για «έρωτα απόρρητο» του Αγίου Πνεύματος προς τον Υιό και τον Πατέρα. Αυτός ο έρωτας ωθεί τον ασκητή να λατρέψει την αγάπη του Θεού στη φύση και να «αναλωθεί» στη διακονία της ευλογημένης ευχής. Αυτός ο έρωτας χτυπά στην καρδιά του νέου για τη γυναίκα που έχει για εκείνον «την του σώματος πλάσιν τε και ιδέαν του θήλεος μαλακωτέραν ειργάσατο, ίνα και αφή, και βλέμματι, και κινήματι, και τη των μελών συνόλως αβρότητι, και ορών και ορώμενον, μάλαγμα ηδονής η τω άρρενι, κατά πάσαν αισθήσεως προσβολήν πανταχόθεν προσπίπτον» όπως θα την χαρακτηρίσει «σκανδαλωδώς» ο άγιος Βασίλειος Αγκύρας.

Αν χαθεί ο έρωτας από τη ζωή της Εκκλησίας, χάνεται το μυστήριο. Κι αν το μυστήριο χαθεί ο Θεός δεν είναι εραστός. Όμως ο Χριστός είναι έρωτας. Όπως και κάθε πρόσωπο σχέσης.

Ηρακλής Φίλιος
iraklisf@theo.auth.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.