Έθιμα κατά το 12ήμερο των Χριστουγέννων στα Χάσια – Του Θανάση Σιούτα

0 785

Κατά το 12/ήμερο των Χριστουγέννων σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης κρύβονται έθιμα και παραδόσεις, που έχουν τις ρίζες τους βαθιά πίσω στο χρόνο. Κάθε περιοχή της ετοιμάζεται να υποδεχτεί με το δικό της τρόπο τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, αναβιώνοντας παλιές συνήθειες, πολλές από τις οποίες και για εφέτος ενδεχομένως να είναι απαγορευτικές λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τις ξεχνούμε.

 

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Η σφαγή του γουρουνιού

Τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Φώτα πέρα από τη θρησκευτική κατάνυξη και το χαρμόσυνο μήνυμα της έλευσης του Θεανθρώπου στη γη, έδιναν την ευκαιρία για γλέντι και καλό φαγητό, που οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν στην καθημερινότητά τους. Οι προετοιμασίες ξεκινούσαν από νωρίς και είχαν να κάνουν κυρίως με τη σφαγή του γουρουνιού (γουρνοχαρά) της κάθε οικογένειας, το οποίο γουρούνι, μήνες πριν, το μεγάλωναν ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό.

Κάθε σπίτι είχε φροντίσει να προμηθευτεί από το παζάρι, αρχές της άνοιξης, ένα καλό γουρουνόπουλο, που θα «έβαζε» κρέας – έτσι έκαναν οι νοικοκυραίοι – το έριχναν στο σακί και με το γαϊδουράκι το μετέφερναν στο «γουρνοκούμασο», ένα μικρό φραγμένο μέρος (για να μην κινείται πολύ), συνήθως στο πίσω μέρος του σπιτιού, με μία μικρή κοπανούλα για ταΐστρα. Το τάιζαν κυρίως αποφάγια και τυρόγαλο, στο οποίο προσέθεταν πίτουρα. Έτσι το κρέας γινόταν νόστιμο και τρυφερό. Τα γουρούνια, «χοιράδια», συνήθως τα σφάζανε την παραμονή των Χριστουγέννων. Η διαδικασία ήταν κοπιαστική, γι’ αυτό και ο κάθε νοικοκύρης προσκαλούσε συγγενείς και γείτονες για να βοηθήσουν.

Οι άνδρες στηριζόμενοι στη μυϊκή τους δύναμη, από πολύ νωρίς το πρωί το ετοίμαζαν καταλλήλως. Ακολουθούσε η ιεροτελεστία του θυμιατίσματος του σφαγμένου γουρουνιού από την οικοδέσποινα του σπιτιού για να ξορκίσει το κακό και να ευχηθούν την επόμενη χρονιά το γουρούνι τους να είναι μεγαλύτερο. Για τον ίδιο λόγο χάρασσαν το σχήμα του σταυρού στο λαιμό του. Στη συνέχεια για να το γδάρουν σωστά, τοποθετούσαν αριστερά και δεξιά του από ένα καδρόνι, ώστε να σταματάει όρθιο πάνω στη ραχοκοκαλιά. Αφαιρούσαν το κεφάλι για να το ζεματίσουν οι γυναίκες, να το καθαρίσουν από τις τρίχες και να το κρεμάσουν σε ασφαλές μέρος για εφτά ή το πολύ εννιά μέρες (πάντα στα μονά), έως ότου το βράσουν για να φτιάξουν με τα πόδια και την ουρά τα ωραία πατσιάδια με τον «τριμιντή», το στερεοποιημένο υγρό μετά το βράσιμο της κεφαλής και των ποδιών χοίρων ή βοοειδών, τα οποία έτρωγαν είτε ζεστά ως σούπα είτε κρύα (πηχτή).

Ακολουθούσε το γδάρσιμο, που ήθελε ειδικά μαχαίρια και προσοχή για να μην τρυπηθεί αλλά και να μη μείνει λίπος στο δέρμα. Το δέρμα το άπλωναν να στεγνώσει, το αλάτιζαν και μετά το δίπλωναν και το αποθήκευαν. Από αυτό κατασκεύαζαν τα περίφημα γουρνοτσάρουχα, που φορούσαν οι ξωμάχοι της υπαίθρου στα πόδια τους σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνουμε την αγωνία των πιτσιρικάδων, που περίμεναν πώς και πώς να πάρουν τη φούσκα (ουροδόχο κύστη), την οποία με ένα αχυρένιο καλάμι φούσκωναν και την έκαναν μπάλα ποδοσφαίρου.

Το υπόλοιπο μετά την αφαίρεση του κεφαλιού κοβόταν σε τέσσερα τεμάχια όσα και τα πόδια, για να μπορεί να κρεμαστεί στο δέντρο ή οπουδήποτε αλλού μέχρι να τεμαχιστεί σε μικρότερα κομμάτια.  Αφού χώριζαν το λίπος από το υπόλοιπο κρέας, άρχιζε η διαδικασία  του λιωσίματος. Σε χαλκωματένιο σκεύος (καζάνι) έριχναν μέσα τα κομμάτια λίπους με λίγο νερό για να μην «αρπάξει» και τα ανακάτευαν με μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Αφού το λίπος έλιωνε, το τοποθετούσαν σε τενεκέδες (γκάζες). Πολλές φορές μέσα στο καζάνι που έλιωναν το λίπος, έβαζαν μεγάλα κομμάτια ψαχνό κρέας, το οποίο στη συνέχεια έριχναν μέσα στον τενεκέ με το λίπος, προκειμένου να συντηρηθεί εκεί για αρκετούς μήνες. Ήταν το γρήγορο  και καλό γεύμα των μουσαφίρηδων, ο περίφημος «(μ)παστρουμάς» ή «καβρουμάς». Τα  εναπομείναντα κομμάτια μέσα στο καζάνι ήταν οι νοστιμότατες «τσιγαρίδες», τις οποίες είτε έτρωγαν σκέτες με ζυμωτό ψωμί, είτε τις καβούρδιζαν με πράσα και έφτιαχναν την περίφημη «αλευριά».

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το λίπος από ένα μεγάλο «χοιράδι» ήταν τριών κατηγοριών, ανάλογα με το μέρος του σώματος που το έπαιρναν. Αυτό που ήταν κοντά στο δέρμα, ήταν το κατάλληλο για «λίγδα» και τσιγαρίδες, αυτό που ήταν στον κοιλιακό χώρο, ήταν για το σαπούνι της χρονιάς, και το άσπρο-άσπρο λίπος προς το κάτω μέρος των πλευρών, που είχε και την ονομασία «αβγό», το χρησιμοποιούσαν πέραν των άλλων και για θεραπευτικούς σκοπούς. Αλείφανε μ’ αυτό τις σχισμές των χεριών μετά από επίπονες χειρονακτικές εργασίες αλλά και τις φτέρνες των ποδιών που είχαν σχισμές λόγω των ευτελών υποδημάτων.

Τέλος, το λεπτό κομμάτι του κοιλιακού χώρου με το λιγοστό λίπος αλλά και τις λιγοστές τρίχες, τις οποίες καίγανε με ένα «ρουχωμένο» μεταλλικό σκεύος (συνήθως φτυάρι), είχε για τα Χάσια την ονομασία «μπουσιουρτής» και το βάζανε συνήθως στα λουκάνικα. Ήταν θα λέγαμε διαφορετικά «ο μπουσιουρτής» μια φασκιά πλάτους δεκαπέντε με είκοσι περίπου εκατοστών, η οποία άρχιζε από το κάτω μέρος του λαιμού (σβέρκου) μέχρι τα γενετικά όργανα.

To λίπος το κρατούσαν στην αποθήκη και το χρησιμοποιούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στη μαγειρική αντί του ελαιόλαδου, το οποίο ήταν δυσεύρετο και ιδιαίτερα ακριβό (σπάνια το χρησιμοποιούσαν).

Μέρος από το ψαχνό κρέας, αφού το ψιλόκοβαν στην τάβλα και το αναμείγνυαν με πράσα και μπαχαρικά, το καβούρδιζαν και γέμιζαν μ’ αυτό τα καλοπλυμένα έντερα από το «χοιράδι», για να φτιάξουν τα περίφημα λουκάνικα, τα οποία έδεναν σε ισομερή κομμάτια με σπάγκο και τα κρεμούσαν κοντά στον μπουχαρί (τζάκι) για να στεγνώσουν και να ωριμάσουν. Τα κόκαλα του γουρουνιού με το λίγο κρέας που είχε μείνει πάνω σ’ αυτά, αφού τα αλάτιζαν τα τοποθετούσαν στην «κάδη» (ξύλινος κάδος με καπάκι) για να συντηρηθούν για κάποιο διάστημα και να μαγειρευτούν αργότερα με (μ)πλιγούρι ή τραχανά.

Μετά απ’ όλη αυτή την επίπονη διαδικασία, οι άνδρες που συμμετείχαν  στην «ιεροτελεστία», κατέληγαν στην τσιπουροκατάνυξη ή στην τηγανιά με την κρασοκατάνυξη, η οποία έδινε την ευκαιρία να ανοιχθεί και το βαρέλι με το ντόπιο κρασί.

 

 

 

Κάλαντα Χριστουγέννων (Κόλιντρας)

 

Τα κάλαντα ή κόλιντρα έχουν προέλευση το ουσιαστικό καλενδάρι, απ’ όπου σχηματίζεται και ο τύπος καλαντάρι από το λατινικό calendarium. Αυτό ήταν το πιστωτικό βιβλίο, στο οποίο οι ρωμαίοι κατέγραφαν τα χρέη και τους τόκους. Η είσπραξη αυτών γινόταν κατά τις «καλάνδες ή καλένδες» (από το λατ. calandae), δηλαδή κατά τις πρώτες ημέρες του κάθε μήνα. Την έναρξη εκάστου μηνός την κοινοποιούσε από το Καπιτώλιο ο Ποντίφηκας με την εμφάνιση της νέας σελήνης, δια της φράσεως «calo lunam nuvellam»: καλώ τη νέα σελήνη.  Από το ρήμα calo-καλώ, ονομάστηκαν καλάνδες – calandae. Έχει δηλαδή ελληνική την αρχή της η λέξη, απ’ όπου  και η αρχαία παροιμία: «εις τας ελληνικάς καλένδας εξοφλείν». Το ρωμαϊκό καλανδάριο – καλαντάρι κατάντησε να σημαίνει το ημερολόγιο. Ο Ιανουάριος ονομάζεται και Καλαντάρης, τα δε άσματα που λένε τα παιδιά τις παραμονές των θρησκευτικών γιορτών σήμερα ονομάζονται κάλαντα και το καλαντίζω, ψάλλω τα κάλαντα.

Αρχικά η λέξη κάλαντα σήμαινε μόνο τα τραγούδια που έλεγαν στις τρεις μεγάλες εορτές του Δωδεκαήμερου και είχαν πάρει την ονομασία αυτή από τη γιορτή των Καλενδών του Ιανουαρίου. Με τον καιρό όμως ο όρος διευρύνθηκε και περιλαμβάνει τα τραγούδια που λέγονται και σε άλλες μέρες με θρησκευτική γιορτή.

Τα κάλαντα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο αποτελούν συνέχεια του εθίμου της ελληνικής αρχαιότητας που ονομαζόταν ειρεσιώνη, εκ του είρος, έριον (μαλλί), δηλαδή κλάδος ελιάς ή δάφνης περιτυλιγμένος με έρια, μαλλιά (λευκά και κόκκινα) και με κρεμασμένους τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π., εκτός του μήλου και του αχλαδιού). Αποτελούσε έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνεχίσεως της γονιμότητας και ευφορίας κατά το επόμενο και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά και στον Απόλλωνα.

Τα Κάλαντα της περιοχής των Χασίων αποτελούν περίπου συνέχεια από τα ρωμαϊκά (μικρές παραλλαγές), που έλεγαν οι νέοι, τόσο κατά τον εορτασμό της γενεθλίου του Χριστού ημέρας και πρώτης του έτους (πρωτοχρονιάς), όσο και κατά τη γιορτή των kalandon των αρχαίων Ρωμαίων, η οποία είχε διάρκεια πέντε ή επτά ημέρες, ανάλογα με τη διάρκεια της νέας σελήνης. Οι «καλάνδες» του Ιανουαρίου ήταν οι σπουδαιότερες, γιατί γιόρταζαν τον διπρόσωπο θεό Ιανό, από όπου και το όνομα του μηνός. Σημειωτέον ότι τις ίδιες γιορτές, παρέλαβαν και οι Βυζαντινοί, που τις απαγόρευσε  η εκκλησία με την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο.  Αργότερα βέβαια τις επέτρεψε, παρά τα ειδωλολατρικά χαρακτηριστικά.

 

Κάθε χρόνο οι παππούδες υπενθύμιζαν στα παιδιά να ετοιμασθούν για τα κάλαντα με το τραγούδι:

 

«παιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιντρα, παιδιά μ’  να τοιμαστίτι

να πάρτι τις ματσούκες σας στουν Αϊλιά να βγείτι»

 

Tα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων, η οικοδέσποινα ανάπιανε το προζύμι για να ζυμώσει το Χριστόψωμο για τις Άγιες ημέρες, παράλληλα δε να φτιάξει τις κουλούρες, τις οποίες θα μοίραζε στα κολιντρούλια (τα παιδιά που θα έπαιζαν τα Κάλαντα – Κόλιντρα). Μαζί με τις συνηθισμένες παραδοσιακές κουλούρες, έφτιαχνε και δύο μεγαλύτερες από τις οποίες η μία είχε το σχήμα του σταυρού και η άλλη ήταν διπλή. Αυτές τις κρεμούσαν στο εικονοστάσι μέχρι των Φώτων και κατά την Άγια εκείνη μέρα, αφού τις έβαζαν σε ένα πιάτο με αλάτι, τις πήγαιναν στην εκκλησία για να αγιαστούν και στη συνέχεια τις στουμπούσαν και τις έδιναν στο κοπάδι τους.

Ο αφέντης του σπιτιού, μόλις θα γυρνούσε το βράδυ συνήθως από τη στάνη, είχε να τακτοποιήσει δυο βασικές υποχρεώσεις για τα αγόρια του σπιτιού. Η πρώτη ήταν να τελειώσει τις περιβόητες «κλούτσες» (ματσούκες) από ξύλο κρανιάς, τις οποίες βάφτιζαν «ξυλοκούμπουρα». Το κάτω μέρος της «κλούτσας», το χοντρότερο (η τσιούμα), ήταν λίγο
γυριστό, αλλά μονοκόμματο, για να μπορούν τα παιδιά να χτυπούν στο σημείο αυτό κλούτσα με κλούτσα, μέχρι που η ασθενέστερη να σπάσει και να αναδειχθεί ο νικητής της ομάδας. Ένα έθιμο μάλλον από τα Βυζαντινά χρόνια που παίζανε τα Κάλαντα με τα ραβδιά, με τα οποία αντιμετώπιζαν τις επιθέσεις των άγριων ζώων και των φιδιών. Η συμμετοχή των κοριτσιών στα Κάλαντα, όχι μόνο δεν  επιτρεπόταν, αλλά και τα κυνηγούσαν με την απειλή να κατρανώσουν τα γενετικά τους όργανα.

Μετά το παιχνίδι με τις κλούτσες, τα παιδιά πήγαιναν «τραγουδώντας τον κόλιντρα» σε όλα τα σπίτια του χωριού, ακόμη και σε εκείνα που είχαν χάσει κάποιο προσφιλές πρόσωπο, με τη διαφορά ότι σ’ αυτά δεν τραγουδούσαν.

Η δεύτερη δουλειά του νοικοκύρη-αφέντη ήταν να φτιάξει το κολιντρόξυλο· ένα μικρό κεντημένο ξύλο, περίπου στα 5-6 εκατοστά, στo οποίο θα έδεναν το κολιντρόσχοινο – σχοινί κόκκινο και άσπρο που το έφτιαχνε συνήθως η μητέρα από νωρίτερα– και στο οποίο κολιντρόσχοινο περνούσαν τις κουλούρες  που τα έδιναν σε κάθε σπίτι. Οι κουλούρες ήταν δύο κατηγοριών. Οι διπλές και οι μονές. Τις διπλές τις έδιναν στα συγγενικά τους παιδιά, ενώ τις μονές, στα υπόλοιπα. Εκτός απ’ αυτές, έδιναν στα «κολιντρούλια» χρήματα, καραμέλλες, αμύγδαλα και καρύδια. Το κολιντρόσχοινο το τοποθετούσαν χιαστί στον ώμο, για να μπορούν έτσι να μεταφέρουν τις κουλούρες με μεγαλύτερη ευκολία.

Επειδή οι κουλούρες έπρεπε το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων να είναι έτοιμες, οι γονείς σηκώνονταν από τις τρεις τα ξημερώματα. Πολύ νωρίς ξυπνούσαν επίσης και τα παιδιά της οικογένειας, για να φάνε ζεστή κουλούρα, αλλά και να ετοιμαστούν τα αγόρια για τα κάλαντα. Για να φάνε όμως ζεστή κουλούρα, έπρεπε μόλις ξυπνήσουν και πριν κάνουν οτιδήποτε άλλο, να βγούνε στην κύρια είσοδο του σπιτιού ή και στο μπαλκόνι, αν είχε το σπίτι και να φωνάξουνε δυνατά τη φράση: «κόλιντρα και μέλιντρα κι ’μένα μπάμπου κλούρα». Αυτά τα λόγια έπρεπε να ειπωθούν τρεις φορές και μετά βέβαια να φάνε κουλούρες.

Πρέπει δε επιπροσθέτως να επισημάνω ότι τα αγόρια που έπαιζαν τα Κάλαντα, δεν είχαν εκείνες τις παλαιότερες εποχές ούτε τρίγωνα, αλλά ούτε και κάτι άλλο. Τα μόνα εξαρτήματα που είχαν μαζί τους ήταν οι κλούτσες-ματσούκες και τα κολιντρόσχοινα. Σκοπός των παιδιών ήταν να πάνε σε όλα τα σπίτια για να πουν τα κάλαντα και να πάρουν τη χαρακτηριστική κουλούρα της ημέρας, όπως δηλώνει και το τραγούδι:

 

«Κόλινρα μπάμπου μ’ κόλιντρα κι μένα μπάμπου κλούρα

κι μένα την τρανύτερη κι τώρα και του χρόνου

κι αν δε μας δώσεις κόλιντρα, δώσ’ μας ένα σουτζούκι,

νάναι τρανό νάναι χοντρό, νάναι ζαχαρωμένο.

Κόλιντρα μπάμπου μ’ κόλιντρα κι μένα μπαμπου κλούρα».

 

Από το στίχο «κι αν δε μας δώσεις κόλιντρα….», βεβαιώνεται ότι ο κόλιντρας (κατ’ άλλους η κόλιντρα), ήταν το φιλοδώρημα και εν προκειμένω η κουλούρα που έδιναν στα παιδιά, μαζί με άλλα δώρα.

 

Τα τραγούδια που συνήθως έλεγαν στα σπίτια ήταν:

Τώρα Χριστός γεννιέται

«Χριστούγεννα – Χριστούγεννα τώρα Χριστός γεννιέται·

γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς επάνω.

Όλοι οι αγγέλοι χαίρονται και τα δαιμόνια σκάζουν·

σκάζουν τραντάζουν τα σύννεφα ταράζουν.

Για σήκω μωρ’ νοικοκυρά ν’ ανοίξεις την κασέλα,

να δούμε τα φλουριά σου να ζήσουν τα παιδιά σου».

Ή

«Χριστούγεννα Χριστούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου

Για βγήτε, δέτε μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται

Γεννιέται κι ανατρέφεται στου μέλι και του γάλα.

Του μέλι τρων οι άρχοντες του γάλα οι αφεντάδες

Κι του κερί της μέλισσας του τρώει η Παναγίτσα».

Καλήν ημέρα άρχοντες

«Καλήν ημέρα άρχοντες

αν είναι ορισμός σας,

Χριστού τη θεία γέννησιν

να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον

εν Βηθλεέμ τη πόλει,

οι ουρανοί αγάλλονται

χαίρει η κτήσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται

εν φάτνη των αλόγων,

   ο Βασιλεύς των ουρανών

    και ποιητής των όλων»

 

Πηγή: Αθανασίου Κ. Σιούτα, «Γλώσσα και Παράδοση στα Χάσια», Μέρος Γ΄ (Έθιμα κατά το 12/ήμερο των Χριστουγέννων), σ. 329.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.