Ενσαρκωμένος και μεταμορφούμενος – Του π. Ηρακλή Φίλιου

0 392

Στη γλώσσα των νοημάτων και των λέξεων δεν χωράει καμία κένωση που υπερβαίνει την ύπαρξη. Υπέρβαση ύπαρξης, όχι όμως φύσεως. Η θεία φύση δεν αλλοιώνεται, δεν υποκαθίσταται, δεν υποχωρεί. Τίποτε στον Θεό δεν υποχωρεί. Αν υποχωρήσει, δεν είναι Θεός. Και τότε κάθε βήμα για την ανθρώπινη σωτηρία παραμένει μετέωρο.

Στη γλώσσα των πατερικών και υμνολογικών κειμένων αμέτρητες όμορφες λέξεις, μιας εσωτερικής μεταμορφωτικής διάθεσης και προοπτικής, κοσμούν σκέψεις και λόγους. Περισσότερο όμως από ένα περιγραφικό εγχείρημα, αυτές οι λέξεις σημαίνουν για τον άνθρωπο όλα όσα ο Θεός έγινε για εκείνον. Παραμένουν λέξεις, αλλά αυτό που είναι οι λέξεις αυτές, έχει ουσία στην μεταδοτική του αγωνία. Η λέξη δεν υπάρχει ως περιγραφή, υπάρχει ως σημαινόμενο, ως βιωματικό ξεδίπλωμα στον τρόπο του άλλου. Αλλά κι αυτό δεν αρκεί. Υπάρχει για να φτάσει τον άνθρωπο πολύ ψηλά, σε αυτό που σημαίνει η ίδια για την προοπτική του ανθρώπου, να υπάρχει δηλαδή ως εικόνα ενός ζωντανού Θεού.

Ο Θεός εκπλήσσει συνεχώς τον άνθρωπο. Και θα συνεχίσει να εκπλήσσει, πιστός στην αγάπη Του για τον άνθρωπο. Από τη δημιουργία του κόσμου και για πάντα. Η έκπληξη Του αυτή δεν συνάδει με ηθικισμούς και κάθε είδους ευσεβοφάνειες, καταστάσεις που αποτελούν αμετανόητο τραύμα στο εκκλησιαστικό σώμα και στην προοπτική της ενότητας και της αγάπης. Εκπλήσσει. Έτσι, ενσαρκώνεται. Έτσι, μεταμορφώνεται. Έτσι, κενώνεται. Το απόλυτο άδειασμα ενός ανένταχτου Θεού στις κοσμικές παραξενιές, των οποίων η λογική επιτάσσει έναν σοβαροφανή Θεό, που δεν θα ανατείλει τον ήλιο για τους πονηρούς και δεν θα βρέξει για τους άδικους (Ματθ. 5, 45).

Ο Χριστός μεταμορφώνεται και μεταστοιχειώνει την ανθρώπινη φύση, η οποία δεν καταστράφηκε με την πτώση, αλλά αμαυρώθηκε. Με την ενσάρκωση Του και την Ανάσταση Του την καλλωπίζει, της δίνει δόξα, δόξα θεϊκή, όχι ανθρώπινη. Ο άνθρωπος μετέχει με τρόπο χαρισματικό στη θεότητα Του. Πού να το άκουγε αυτό ο Πλωτίνος; Θα διερρήγνυε τα ιμάτια του. Σ’ εμάς, ‘’κατά χάριν οἰκεῖ τό πλήρωμα τῆς θεότητος’’ θα πει ο Μάξιμος Ομολογητής. Και κάθε τι που συμβαίνει με τη θεία κένωση, σημαίνει την ευεργεσία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος ανασύρεται από την αβεβαιότητα, αγιάζεται, η σωματικότητά του καταξιώνεται, η σωτηρία δεν αποτελεί πλέον απαγορευμένο καρπό με τη θεία ενανθρώπιση.

Δεν αρκεί όμως η ενανθρώπιση του Θεού, η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση Του. Όλα αυτά έγινε ο Θεός για τον άνθρωπο. Υποκλινόμενος στην ανθρώπινη φύση, σεβόμενος το ανθρώπινο πρόσωπο. Ποιος ο λόγος να ντυθεί τη σάρκα; Από απωθημένο; Ποιος ο λόγος να μεταμορφωθεί; Να αποδείξει ότι είναι συνάμα και κάτι άλλο; Ολόκληρο το σχέδιο της θείας οικονομίας διακονεί την προοπτική του ανθρώπου, διακονεί τον ίδιο τον άνθρωπο, οποίος μετέχει των ενεργειών του Θεού σε μία σχέση αναλογική μαζί Του, σχέση συνεργίας σύμφωνα με την πατερική φωνή.

Η σχέση συνεργίας φέρνει στο προσκήνιο τη στάση του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό Θεό του, την ανταπόκριση του ανθρώπου απέναντι στον Θεό. Φέρνει τον τρόπο της μετοχής ή της ακινησίας του απέναντι σ’ Έναν Θεό που έγινε τα πάντα για να αποκτήσει το ανθρώπινο πρόσωπο τη λαμπρότητα και τη θεϊκή δόξα όπως μαρτυρούν τα απόστιχα του εσπερινού της Εορτής της Μεταμόρφωσης. Ανταποκρίνεται ο άνθρωπος στο κάλεσμα του Θεού; Γνωρίζει τον Θεό δι’ Υιού; Δημιουργεί σχέση μαζί Του ή Τον εκλαμβάνει ως ακίνητο κινούν ή κάποιο ακόμη απωθημένο ενός πλατωνικού συμποσίου που επιμένει στην ακοινωνησία Θεού και ανθρώπων;

Δεν έχουμε ανάγκη έναν Θεό που θα σαρκώνεται για τον Εαυτό Του και κάθε μεταμορφωτική Του ενέργεια θα βαθαίνει ακόμη περισσότερο το ρήγμα σχέσης μαζί Του. Έχουμε ανάγκη από έναν Θεό που με την ύπαρξη και παρουσία Του θα μας υπενθυμίζει κάτι πολύ βαθύ και όμορφο. Ό,τι είμαστε γένος Του. Αν ο σύγχρονος άνθρωπος αντιληφθεί πόσο μεγαλειώδες είναι να είσαι γένος του Τριαδικού Θεού, μέτοχος των ενεργειών Του και μέτοχος της δόξης Του, τότε θα αρχίσει να υποψιάζεται και να εκλαμβάνει τη σωτηρία ως προσωπικό κάλεσμα. Ε, αυτό το κάλεσμα πραγματώνεται και ολοκληρώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Εξάλλου, όλα τα παραπάνω θα ήταν ανούσια αν δεν είχαμε τη δυνατότητα να τρώμε τον Θεό μας.

 

Εφημέριος Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Διάβας

Πρεσβύτερος Ηρακλής Φίλιος (Βαλκανιολόγος, Θεολόγος)

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.