Πλούσιο σε κοσμήματα και μυλόλιθους το σπήλαιο της Θεόπετρας

Το Σπήλαιο της Θεόπετρας, στο οποίο πραγματοποιούνται ανασκαφές από το 1987, αποδείχθηκε ο μόνος μέχρι στιγμή αρχαιολογικός χώρος της Ελλάδας, όπου είναι διαπιστωμένη η παρουσία ανθρώπου από τη Μέση Παλαιολιθική εποχή έως και τη Νεολιθική εποχή σε συνέχεια.

0 526

Το Σπήλαιο της Θεόπετρας, στο οποίο πραγματοποιούνται ανασκαφές από το 1987, αποδείχθηκε ο μόνος μέχρι στιγμή αρχαιολογικός χώρος της Ελλάδας, όπου είναι διαπιστωμένη η παρουσία ανθρώπου από τη Μέση Παλαιολιθική εποχή έως και τη Νεολιθική εποχή σε συνέχεια.

Είναι δε σίγουρα η πρώτη παρουσία ανθρώπου στη Θεσσαλία και από τις πρώτες στον Ελλαδικό χώρο καθώς οι πρώτες χρονολογήσεις που ξεπερνούσαν τα 50.000 χρόνια, έχουν ανατραπεί με νεότερες που κατεβάζουν τη χρήση του σπηλαίου από τον άνθρωπο πέραν των 100.000 χρόνων από σήμερα.Από τις ανασκαφές προκύπτει η έναρξη χρήσης της φωτιάς, το κλίμα, το οποίο εναλλάχθηκε επανειλημμένως κατά τη διάρκεια των χιλιάδων χρόνων χρήσης του σπηλαίου, η ποικιλία των ζώων και των φυτών της περιοχής που εναλλάσσονταν ανάλογα με τις μεταβολές του κλίματος, όπως και η παρουσία του ανθρώπου Homo Sapiens sapiens ήδη από την Παλαιολιθική περίοδο, που εκπροσωπείται με τρία έως τώρα δείγματα ταφών αλλά και με αποτυπώματα των ποδιών του στα μαλακά ιζήματα του σπηλαίου. Αυτά είναι πιθανόν να ανήκουν στον παλαιότερο τύπο Homo Sapiens neanderthalensis, αυτό όμως ερευνάται. Επίσης προκύπτουν τα αρχικά στάδια της καλλιέργειας της γης, όπως αναπτύχθηκε με την εμπειρία των τροφοσυλλεκτικών δραστηριοτήτων του παλαιολιθικού ανθρώπου, αλλά και της κεραμικής τεχνολογίας, ως αποτέλεσμα εμπειρίας και όχι ως έτοιμη γνώση εισηγμένη από τη Μέση Ανατολή, όπως έως πρόσφατα πιστευόταν.
Πλούσιο σε κοσμήματα
«Τα κοσμήματα στη Θεόπετρα είναι αναλογικά πολλά. Ο αριθμός τους (34) θεωρείται σημαντικός, κυρίως διότι ο οικισμός της Θεόπετρας είναι ο πιο απομακρυσμένος της Θεσσαλίας στο βορειοδυτικότερο άκρο της και σε επαφή με τις υπώρειες της Πίνδου και των Χασίων. Τα κοσμήματα στους ως τώρα ανασκαμμένους οικισμούς της δυτικής Θεσσαλίας είναι συνήθως πολύ λίγα». Αυτά επισημαίνει, η αρχαιολόγος, διευθύντρια της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδας του υπουργείου Πολιτισμού κ. Αικατερίνη Κυπαρίσση-Αποστολίκα, στοιχεία που περιέχονται στα πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο νομό μας.
Αν και όπως έχουμε πει, διευκρινίζει η παραπάνω αρχαιολόγος, η νεολιθική επίχωση είναι ιδιαίτερα διαταραγμένη στη Θεόπετρα και δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε τα κοσμήματα που βρέθηκαν στη σωστή στρωματογραφική τους θέση, είναι ωστόσο φανερό, συμπληρώνει ότι τα περισσότερα ανήκουν στη Νεότερη Νεολιθική, ενώ κάποιες λίθινες χάντρες είναι πιθανό να προέρχονται και από στρώματα Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής».
Εξήντα τουλάχιστον μυλόλιθοι…
Στη Θεόπετρα έχουν επίσης βρεθεί, όπως αναφέρει η κ. Νίνα Κυπαρίσση – Αποστολίκα, 60 τουλάχιστον μυλόλιθοι (ακέραιοι και σπασμένα τμήματα- ο ακριβής αρ δεν είναι βέβαιος, καθώς συνεχώς βρίσκονται και άλλοι ακόμη και επιφανειακά), για να εξηγήσει:
«Οπωσδήποτε ο αριθμός είναι μεγάλος και αντανακλά έντονες δραστηριότητες που σχετίζονται με επεξεργασία δημητριακών, που θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι πραγματοποιούνταν κατά τους τελευταίους θερινούς μήνες μετά τον θερισμό, οι οποίες θα πρέπει να γινόταν στις αρχές του καλοκαιριού όπως και σήμερα, όπως επίσης και κατά τους χειμερινούς μήνες, κατά τους οποίους σταδιακά και σύμφωνα με τις ανάγκες κονιορτοποιούσαν τα αποθηκευμένα δημητριακά.
Εκτός από την επεξεργασία δημητριακών όμως, οι μυλόλιθοι χρησιμοποιούνταν και για την επεξεργασία χρωστικών ουσιών, όπως προκύπτει από κατάλοιπα κόκκινης ύλης που βρέθηκαν όχι μόνο στην επιφάνεια μυλόλιθου, αλλά και στην επιφάνεια τριπτήρα με τον οποίο γίνονταν οι κινήσεις τριβής πάνω στην επιφάνεια του μυλόλιθου. Και άλλες χρήσεις έχουν προταθεί για τους μυλόλιθους, όπως τριβή για τη δημιουργία κοφτερών ακμών στις αξίνες και τις οστέινες αιχμές, τριβή οστρέων για την κατασκευή κοσμημάτων αλλά και για την κατασκευή αγγείων.
Οι μυλόλιθοι της Θεόπετρας έχουν γίνει κατά κανόνα από μεγάλες ποταμίσιες κροκάλες από τον κοντινό ποταμό Ληθαίο, αφού καμμιά φορά βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο τέτοιες κροκάλες, χωρίς να έχουν μορφωθεί σε μυλόλιθους, και ίσως είχαν μεταφερθεί εκεί με τέτοιο σκοπό».

Η ΕΡΕΥΝΑ 07 Οκτωβρίου 2007, αρ. φύλλου 14733, σελίδα 17

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.