Η τελευταία ανάσα – Ποίημα για την γυναικοκτονία από την Ιωάννα Χαρμπέα
Δεν γεννήθηκε ο φόβος μέσα της.
Τον έμαθε όπως μαθαίνει κανείς το κρύο
όταν δεν υπάρχει άλλο παλτό
παρά μόνο η σιωπή των άλλων.
Στην αρχή ήταν λέξεις μικρές,
σαν ψίθυροι που ζητούν συγχώρεση:
«μη φύγεις», «μείνε», «είσαι δική μου» —
κι εκείνη, από συνήθεια καλοσύνης,
νόμιζε πως η αγάπη έχει βάρος.
Ύστερα οι λέξεις έσφιξαν.
Έγιναν κλειδιά χωρίς πόρτες,
βήματα πίσω της στο ίδιο δωμάτιο,
μάτια που δεν κοιτούν — μετράνε.
Κι ο κόσμος απ’ έξω έλεγε:
«Ένα ζευγάρι που αγαπιέται δυνατά».
Σαν να είναι η βία απλώς ένταση,
σαν να είναι ο φόβος απλώς τρόπος ζωής.
Εκείνη όμως άρχισε να μικραίνει.
Όχι στο σώμα — στην παρουσία.
Έκανε τις φωνές της πιο χαμηλές,
τις επιθυμίες της πιο μικρές,
τα βήματά της πιο προσεκτικά
σαν να περπατά πάνω σε γυαλί
που κανείς δεν ονομάζει γυαλί.
Και μια μέρα, το «όχι» της
δεν είχε πια φωνή.
Όχι γιατί δεν υπήρχε,
αλλά γιατί είχε μάθει
πως το κόστος του είναι πάντα εκείνη.
Αν κάποιος ρωτήσει πού χάθηκε,
μην πεις «τραγωδία».
Πες: «συνήθεια που δεν σταμάτησε».
Πες: «σιωπή που την άφησαν να μεγαλώσει».
Γιατί η βία δεν αρχίζει με κραυγή.
Αρχίζει με ανοχή.
Με βλέμματα που δεν επεμβαίνουν.
Με πόρτες που δεν κλείνουν για να προστατέψουν,
με στόματα που λένε “δεν είναι δουλειά μου”.
Κι αν κάτι μένει,
είναι αυτό το ρωγμώδες μήνυμα μέσα στις μέρες:
Ότι καμία αγάπη δεν ζητά φόβο για απόδειξη.
Ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτησία.
Ότι το “φτάνει” δεν είναι τέλος σχέσης —
είναι αρχή ζωής.
Γράφει η κα.Ιωάννα Χαρμπέα κοινωνιολόγος/συγγραφέας





