Με αποσπάσματα από το έργο του Καραγάτση αποχαιρετά τον ξάδερφό του, στέφανο Μάη ο Επίκ. Καθηγητής του Παν/μιου Αθηνών, Χρίστος Λιάπης
Ξάδερφε λεβεντόπαιδο!!!,,,
Έφυγες τόσο νωρίς και τόσο κρίμα.
Έζησες τόσο ασυμβίβαστος και έφυγες ασυμβίβαστος.
Έζησες με τον δικό σου τρόπο, διαβαίνοντας τον δικό σου δρόμο. Έναν δρόμο μοναχικό, εξωσυμβατικό, μακριά από καθωσπρεπισμούς, νόρμες και συνηθισμένα πλαίσια. Έζησες μόνος και έφυγες μόνος, σαν ήρωας του Καραγάτση, σαν άλλος Γιουγκερμαν, ή σαν άλλος συνταγματάρχης Λιάπκνιν.
Έφυγες γιατί «οι ψυχές, οι καρδιές, οι θελήσεις, οι ίμεροι φεύγουν. Και τα κορμιά φεύγουν. Δεν μένει τίποτα στη θέση που άδειασαν, ούτε οι μνήμες της ευτυχίας και της δυστυχίας. Και ο δρόμος της φυγής είναι πάντα κενός, δίχως χνάρια», όπως τα χνάρια που άφηνες στην άμμο της θαλάσσης όταν με έπαιρνες, μικρόν, στην πλάτη σου, καλοκαίρι στην παραλία του Πλαταμώνα, πριν από 40 χρόνια.
Φεύγεις ξάδερφε,
Φεύγεις και πας να συναντήσεις μεγάλους εκλιπόντες. Άντρες με παράστημα και λόγο δυνατό σαν κι εσένα. Άντρες σαν τον πατέρα σου τον Λεωνίδα και σαν τον πατέρα μου τον Χρυσόστομο. Άντρες με καημούς και μεράκια παλαιάς κοπής. Πλάνταξαν στις ερημιές του Άδη και –ίσως- σε κάλεσαν –πρόωρα- κοντά τους.
Μετάφερέ τους, σε παρακαλώ, την αγάπη μου. Μην τους πεις για τον σημερινό μας πόνο, καθώς σε αποχαιρετούμε στην αγαπημένη γη της Καλαμπάκας. Μην τους πεις για ότι μπορεί να μας πίκρανε ή να μας πικραίνει εδώ σε αυτήν τη ζωή, εδώ σε αυτήν την αγαπημένη – την άγια γωνιά των Μετεώρων. Πες τους μόνον ότι σε αποχαιρετώ περήφανα, για τον λεβέντικο τρόπο της ζωής σου…
Σε αποχαιρετώ όπως σου πρέπει.
Πες τους πως σε αποχαιρετώ δεσμευόμενος να συνεχίσω να προσπαθώ, όσο και οι δικές μου φυσικές δυνάμεις θα το επιτρέψουν, εδώ στην Καλαμπάκα και εκτός αυτής, όπως κι εσύ, για όσα θα έπρεπε να είναι αλλιώς. Για όσα πρέπει να αλλάξουν και, στο τέλος, θα αλλάξουν. Στις ζωές μας, μέσα μας, στην κοινωνία μας και στις μέρες μας. Στις καρδιές μας που σήμερα πονάνε για τον χαμό σου.
Ξάδερφε φεύγεις,
Όλοι «φεύγουμε για τη ζωή, δεν φτάνουμε πουθενά και μας προφταίνει ο θάνατος. Θαρρούμε πως ξεκινάμε για να πάμε κάπου, κάπου που δεν το ξέρουμε, μα το φανταζόμαστε, το ωραίο, το άγνωστο που πρέπει να υπάρχει. Δεν πάμε πουθενά. Φεύγουμε. Φεύγουμε πανικόβλητοι, κυνηγημένοι από ότι αφήσαμε πίσω μας. Και πίσω μας δεν αφήσαμε τίποτα. Όλα τα παίρνουμε μαζί στη φυγή μας, τα κλειδώνουμε μέσα μας, τα κρύβουμε και από τον εαυτό μας, όχι όμως και από τον Χάρο που εκτελωνίζει τα φορτία των ψυχών στο ακρογιάλι της Αχερουσίας. Εκεί θα κάνουμε δηλωτικό της σερμαγιάς μας. Εκεί θα μας ζητήσουν δασμό όλα τα δάκρυα που δεν χύσαμε και οι κόρες των ματιών μας είναι στεγνές. Χωρίς θύμησες. Όσο και να θέλουμε, προς τι να κλαψουμε;».
Ξάδερφε,
Πριν 25 χρόνια ήσουν εδώ, δίπλα μου όταν η μοίρα θέλησε, φοιτητής της Ιατρικής της Θεσσαλονίκης, να αποχαιρετίσω –πρόωρα- σε αυτήν την ίδια εκκλησία, αλλά όχι τόσο πρόωρα όσο ήρθε η δική σου απώλεια, τον αγαπημένο μου πατέρα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν τόσο αδόκητα η στιγμή να αποχαιρετίσω, κάτω από τους ίδιους ιερούς και αγαπημένους βράχους, ως Επίκ. Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών -πια- και εσένα…
Ήταν η μητέρα σου η Μαίρη –πάντα στην καρδιά σου και στην καρδιά μας- που, όπως θυμάμαι έστερξε να βάλει τον «οβολόν» που προστάζει η παράδοση για τους νεκρούς μας, στη σωρό του πατέρα μου και αγαπημένου της εξαδέρφου. Ο βαρύς μου πόνος δεν με άφηνε –τότε- να διανοηθώ πως η ίδια βάσκανος μοίρα θα όριζε, άδικα και πρόωρα, να σε αποχαιρετίσω, ύστερα από χρόνια, εγώ με ανάλογο τρόπο…
«Κι αν έχουμε στο νεκρό μας στόμα το στερνό φιλί εκείνου που μας αγάπησε, μπαρκάρουμε στο σκαφίδι μόνοι, δίχως το ατελώνιστο φορτίο των πόνων μας. Αν όχι, τότε μένουμε στο σκοτεινό ακρογιάλι πλάι στα μελανά νερά, νεκροί κι έξω από τον Άδη, απέναντι στον Άδη».
Λεβέντη μου ξάδερφε,
Δεν έχω άλλα λόγια να πω για τον χαμό σου, παρά κάποιους από τους στίχους που είχα γράψει για τον πατέρα μου, όταν τον έχασα:
«…μα περατίκι ο Χάροντας δικό σου δεν ζητάει.
Σαν καπετάνιο σε έβαλε στη βάρκα του επάνω.
Σου έκλεψε το παράστημα για μεσιανό κατάρτι.
Σαν φούσκωσε το στήθος σου, πανί ταξιδεμένο,
αναρρωτιούνταν οι ψυχές, στου Αχέροντα τις όχθες,
πώς έγινε έτσι όμορφη η βάρκα του Θανάτου…».
Καλό σου ταξίδι Στέφανε!
Χρίστος Χ. Λιάπης MD, MSc, PhD
Επίκ. Καθηγητής Ψυχιατρικής ΕΚΠΑ






